Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020

ΤΟ ΠΙΟ ΠΑΛΙΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ: ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΧΑΤΖΗΔΑΝΙΗΛ

 


Η Μυτιλήνη μας εντυπωσίασε, στην επίσκεψή μας εκεί για τις Δράσεις Φιλαναγνωσίας που πραγματοποίησε το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης με τη στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, εκτός των άλλων και για τα πολλά, όμορφα και πολύ ζωντανά βιβλιοπωλεία της.

Το πιο παλιό είναι το Βιβλιοπωλείο Χατζηδανιήλ στο κέντρο της πόλης. Ένα μαγαζί που η ίδρυσή του ξεκίνησε το 1827 με εμπόριο χαρτιού  καθώς όπως μας ανέφερε και η τωρινή διευθύντρια του βιβλιοπωλείου και απόγονος της οικογένειας κ. Χατζηδανιήλ, στην οθωμανική αυτοκρατορία απαγορευόταν η πώληση και διακίνηση βιβλίων και επιτρεπόταν μόνο το εμπόριο χαρτιού. Αργότερα άρχισε η διακίνηση των στερεοτύπων της Λειψίας..

Στην αρχή το όνομα ήταν διαφορετικό καθώς το επώνυμο της οικογένειας ήταν Χρυσοστομίδου ή Γκριμάνι όμως ξαναβαφτίστηκαν στους Αγίους Τόπους παίρνοντας τον τίτλο του Χατζή καθώς ήθελαν να φύγουν στη Λειψία της Γερμανίας.

Εκεί τέλειωσε τις σπουδές του ο ένας αδελφός και άρχισε σιγά σιγά να διακινεί τα περίφημα στερότυπα της Λειψίας (εκδόσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων) προς τις περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με σταθμούς στη Βάρνα, την Κωνσταντινούπολη και τη Μυτιλήνη.

Ένας από τους γιους του Δημητρίου Χατζηδανιήλ (Βαρναίου) ο Ιωάννης ανέλαβε την επιχείρηση της Μυτιλήνης. Όταν κτίστηκε ο ναός τους Αγίου Θεράποντος και  τα μαγαζιά στην Ερμού ένα μέρος της επιχείρησης μεταφέρθηκε εκεί αν και ακόμα η θέση ήταν απόκεντρη. Τα μαγαζιά στην περιοχή ανήκαν στα Φιλανθρωπικά Καταστήματα της Μυτιλήνης τα οποία διαδραμάτισαν και σημαντικό ρόλο στον τομέα της εκπαίδευσης, διευθύνοντας και στηρίζοντας σχολεία ή θεμελιώνοντας νέα όπως το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. 

Οι μεγαλύτεροι όμως χώροι έδωσαν τη δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης. Άρχισαν τότε να εκδίδουν κάρτες και τετράδια με έγχρωμες αναπαραστάσεις στο εξώφυλλο.

Ο θάνατος του Ιωάννη το 1912, όταν έγινε η απελευθέρωση της Λέσβου  βρήκε την οικογένεια απροετοίαμστη. Την επιχείρηση ανέλαβαββ οι δυο γιοι του οι οποίο οργάνωσαν και εργαστήριο παραγωγής σιγαρόχαρτων.

Το 1919 ίδρυσαν στη Σμύρνη και χονδρεμπόριο σιγαρόχαρτων για τις ανάγκες του ελληνικού στρατού ενώ διοχέτευαν και στα σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων βιβλία και τετράδια από τη Μυτιλήνη.

Κατα τη διάρκεια της κατοχής το μαγαζί επιτάχτηκε από τους Γερμανούς, στην πραγματικότητα Αυστριακούς, οι οποίοι για κακή τύχη του βιβλιοπωλείου έτυχε να είναι μορφωμένοι με θεωρητικές σπουδές. Εξαιτίας της μόρφωσής του μπόρεσαν και αντιλήφθηκαν την αξία των εδκόσεων και των βιβλίων που διέθετε το βιβλιοπωλείο και φέυγοντας πήραν όλα τα βιβλία μαζί τους όπως μας διηγήθηκε η κ. Χατζηδανιήλ.

Λίγες μόνο δερματόδετες εκδόσεις έχουν σωθεί καθώς το κατάστημα γνώρισε και νέα καταστροφή από την πλημμύρα που κατέστρεψε μέρος των εμπορευμάτων που υπήρχαν στην αποθήκη,

Σήμερα το διευθύνει η κ. Κλειώ Χατζηδανιήλ με μεγάλη επιτυχία και με ευαισθησία απέναντι στο όνομα και στην ιστορία του βιβλιοπωλείου.



https://www.facebook.com/hatzidaniel/  

 


Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2020

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗΣ: ΚΤΙΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΟΥ ΕΠΙΤΑΧΤΗΚΑΝ

 


Κτήρια της Θεσσαλονίκης που επιτάχθηκαν από τον στρατό κατοχής

 

Μετά την είσοδο των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη, η πόλη αποκτά μια διαφορετική και πολύ μισητή όψη, την όψη μιας κατεχόμενης πόλης. Κτήρια επιτάσσονται για χρήση από τον στρατό κατοχής για να στεγάσουν τις στρατιωτικές και διοικητικές υπηρεσίες τους και το πολυάριθμο προσωπικό τους αλλά και για να εξασφαλίσουν χώρους για την κράτηση αντιστασιακών και την ψυχαγωγία των στρατιωτών τους.



Στα επιταγμένα κτήρια αναρτάται η κόκκινη γερμανική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό, και αυτό επιτείνει τα αισθήματα απέχθειας και μίσους για τον κατοχικό στρατό. 

«Οι Γερμανοί φρόντιζαν για την εγκατάστασή τους στα σπίτια, στα γραφεία, στα ξενοδοχεία, κι αδιαφορούσαν για τούτη την αγωνία που τριγύριζε έξαλλη στους δρόμους. Οι ελληνικές Αρχές είχαν διαλυθεί, χωροφύλακας δεν φαινόταν πουθενά, κι’ εκείνο που προστάτευε τη διαλυμένη τούτη πόλη, ήταν μονάχα ο φόβος του κατακτητή, που δε θα δίσταζε να αδειάσει το πιστόλι του πάνω στην πρώτη αταξία του δρόμου.

Κι εγώ τριγυρνούσα μέσα στους δρόμους, ανάμεσα στους αδιάφορους και υπεροπτικούς Γερμανούς, με την προσδοκία να συναντήσω κάποιον συνάδελφο  των αδελφών μου. Και καθώς περπατούσα αποσταμένος στο πεζοδρόμιο της οδού Τσιμισκή, ένοιωσα ξαφνικά ένα δυνατό σκούντημα, που μ’ έκανε να πέσω πάνω στη βιτρίνα ενός μαγαζιού. Κι’ άκουσα το γαύγισμα μιας ανθρώπινης φωνής. Ήταν ένας Γερμανός αξιωματικός, που ήθελε το πεζοδρόμιο δικό του, που δεν είχε καταδεχθεί να λοξέψει για να με προσπεράσει. Με ένα δυνατό σκούντημα θέλησε να ανοίξει το δρόμο στη γερμανική του υπεροψία. Δάγκωσα τα χείλη μου από απελπισία. Κοίταξα τον κόκκινο σβέρκο του τέρατος εκείνου, με ένα μίσος απέραντο. Μέσα μου ένοιωσα για πρώτη φορά να σαλεύει η συνείδηση ενός ραγιά. Και το πνεύμα μου αναζήτησε τη σκιά του Ρήγα Φεραίου» (Γ. Βαφόπουλος).

 


Οι διοικήσεις των Γερμανών στεγάζονται στα πιο σημαντικά μέγαρα της πόλης:

Η Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση με διοικητή τον διαβόητο στρατηγό Κρέντσκι. στεγάζεται αρχικά στο ξενοδοχείο Ριτζ  (Πλατεία Ελευθερίας, γωνία Μητροπόλεως και Βενιζέλου), 

 

Ξενοδοχείο Ριτζ της Θεσσαλονίκης

Αργότερα στεγάστηκε  στο μέγαρο Κόφα (γωνία Τσιμισκή και Βενιζέλου),  και αργότερα στο  μέγαρο Κονιόρδουστη Λεωφόρο Νίκης.

Μέγαρο Κόφφα

 Στο μέγαρο Κονιόρδου  είχε το γραφείο του ο επικεφαλής του Τμήματος Στρατιωτικής Διαχείρισης Μαξ Μέρτεν, ο οποίος έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στο ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης.

Η Γερμανική Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία (GFP) στεγάζεται στην Τσιμισκή 72. Αποτελείται από 170-180 άτομα, τα περισσότερα από τα οποία είχαν υπηρετήσει προπολεμικά στη γερμανική και την αυστριακή αστυνομία.

Στο μέγαρο αυτό βασανίστηκαν εκατοντάδες συμπολίτες μας στα χρόνια της γερμανικής κατοχής και πολλοί βέβαια έχασαν τη ζωή τους από τα μαρτυρικά βασανιστήρια.

 Τις σκηνές τρόμου που βίωσε και ο ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος τις περιγράφει ζωντανά.

«Ένα πρωί ξαφνικά τηλεφώνησαν στο γραφείο μου να παρουσιαστώ αμέσως στη διεύθυνση της οδού Τσιμισκή αριθμ. 72. Η είδηση έπεσε πάω μου σαν κεραυνός. Όλη η Θεσσαλονίκη το γνώριζε πως εκεί ήσαν τα κεντρικά γραφεία της Γερμανικής Γκεστάπο. Ο καθένας που έμπαινε εκεί μέσα, δεν ήξερε βγαίνοντας προς ποια κατεύθυνση θα τραβούσε. Η διαταγή ήταν ρητή κι’ έπρεπε να φύγω αμέσως. Πρόφθασα στην παραζάλη μου να παρακαλέσω τους συναδέλφους μου να φροντίσουν για τη ζωή μου, αν τύχαινε και δεν επέστρεφα. Τι με θέλανε; Ποιος μου είχε ανάψει τη φωτιά τούτη;

Ανέβηκα κοντανασαίνοντας τις ψηλές σκάλες και χτύπησα δειλά μία θύρα. Ένας βλοσυρός Γερμανός μου άνοιξε. Παρακάλεσα για έναν «ντόλμετσερ». Ο διερμηνέας με ανέβασε άλλα δύο πατώματα και χτύπησε μία θύρα. Στο άνοιγμά της φάνηκε ένας λεπτός ξανθός Γερμανός, που φορούσε γυαλιά με χρυσό σκελετό. Μιλούσε ελληνικά, με πήρε μέσα και μούδειξε να καθήσω σε έναν ξύλινο πάγκο. Έπειτα κάθισε κι εκείνος σιωπηλός στο γραφείο του, δίχως να ασχοληθεί πια μαζί μου. Κατεχόμουν από τον πανικό του αγνώστου. Έφερα τη ματιά μου ένα γύρο στο γραφείο. Σε μιάν άκρη του δωματίου, είδα να κάθεται έναν Έλληνα εργατικό τύπο, με ένα μπογαλάκι στα πόδια του. Δίπλα στη γωνιά, ήταν ακουμπισμένο ένα τουφέκι. Σκέφθηκα μέσα στη σύγχυση της ψυχής μου, πως ίσως ο νέος εκείνος άνδρας να είχε συλληφθεί για την κατοχή όπλου. Και τον φαντάστηκα στημένον μπρος στις κάννες του γερμανικού εκτελεστικού αποσπάσματος. Θεέ μου, είναι λοιπόν τόσο φθηνή αυτή η ζωή που μας έχεις δώσει; Μπορεί να την ορίζει, κατά πως το θέλει, τούτος ο μικρόσωμος ξανθός Γερμανός;».

 Ο Γιώργος Βαφόπουλος γλύτωσε τελικά αλλά άλλοι δεν είχαν την ίδια τύχη.


Το κτήριο ήταν έτσι διασκευασμένο ώστε να δημιουργεί την αίσθηση του κάτεργου καθώς τα τρία παράθυρα του χτίστηκαν.  Ένας από τους πιο μισητούς ανακριτές ήταν ένας μεγαλόσωμος Γερμανός, με το όνομα Μαξ, ο οποίος άλλοτε βρισκόταν στο Βοσπόρειο Μέγαρο και άλλοτε στην Τσιμισκή  72.

Πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που πέρασαν από εκεί περιγράφουν τη φρίκη που βίωσαν:

Στην εφημερίδα Δημοκρατία, δημοσιεύθηκε μια περιγραφή των βασανιστηρίων

 «Αποκαμωμένος από την προσπάθεια που χρειάζεται, όταν δέρνει κανείς ασταμάτητα επί μισή ώρα, πατώντας τους αστραγάλους του γυμνωμένου παιδιού, ο ανακριτής, ο διαβόητος δήμιος Μαξ, βάζει το βούνευρο στη μασχάλη του και ανάβει τσιγάρο. 

-Κομ! Λέει στον διερμηνέα που στέκεται δίπλα του

-Ντόσε ξύλο! Και του δίνει το μαστίγιο που ανεβοκατεβαίνει πάλι από τα ξεκούραστα χέρια του διερμηνέα στα στήθια, στο πρόσωπο, στο λαιμό του παιδιού, μεταβάλλοντάς τα σε μία μαύρη επιφάνεια, πασπαλισμένη στο αίμα.

-Μίλα βρε παλιοκομμουνιστή. Θα σου φάω τα συκώτια.

-Δεν ξέρω τίποτα! Βογγάει το παιδί

-Ποιος σου έδωσε τις εφημερίδες; Που τις βγάζατε έ; έ;

Εν τω μεταξύ το παιδί έχει λιποθυμήσει. Από το στόμα του τρέχει αίμα. Στο «510», όποιος δεν βγάζει λόγια, βγάζει αίμα.

Είναι η έβδομη μέρα και η εικοστή πρώτη φορά που ακούει ο Μαξ αυτό το απελπιστικό «δεν ξέρω». Αναγκάζεται να εγκαταλείψει πάλι άπρακτος το 2Χ2 κελί». 

 

«Τα μεσάνυχτα ανοίγει η πόρτα του κελιού και μπαίνει ο Μαξ. Αυτή τη φορά τον συνοδεύει εκτός από τον διερμηνέα και η σαδίστρια φίλη του, Ελληνίδα «Μαρί». Ξερακιανό, κιτρινόμαυρο θηλυκό, όλο κακία και διαστροφή.

-Καλησπέρα! Λέει ειρωνικά στον σωριασμένο όγκο που μαυρίζει στη γωνία. Πλησιάζει, τον αρπάζει γρήγορα και σέρνοντάς τον, τον αναγκάζει να καθίσει σε μία καρέκλα, πλάϊ στο τραπέζι που τόφεραν μαζί τους. Το τραπέζι έχει ειδική συσκευή χειροπέδων που κρατά τα χέρια ακίνητα. Το παιδί έχει μια ταραχή στο μάτι του. Τι βασανιστήρια τον περιμένουν πάλι!

Η Μαρί πιάνει τα χέρια του και τα τοποθετεί στις χειροπέδες που κλείνουν σφιχτά και αποκλείουν και την παραμικρή κίνηση ή σύσπαση των χεριών. Ανασηκώνει το πέτο της ζακέτας της, τραβάει μια καρφίτσα, τοποθετεί τη μύτη της  κάτω από το νύχι του μεγάλου δακτύλου του παιδιού και την πιέζει σιγά-σιγά.

-Ωχ! Πονώ! Ώχ!

Οι κραυγές του παιδιού ξεσκίζουν τη σιωπή της νύχτας και μπλέκονται με τα σατανικά γέλια της Μαρί που γελά ηδονισμένη.

-Ποιος σου έδωσε τις εφημερίδες; Που τις βγάζετε; Φωνάζει ο διερμηνέας, δίνοντάς του μια γροθιά στο πρόσωπο.

-Δεν ξέρω τίποτα! Βγάλτε μου την καρφίτσα! Δήμιοι!

Μα ακολουθεί και δεύτερη και Τρίτη καρφίτσα. Η απαίσια Μαρί με σατανική επιδεξιότητα και ευχαρίστηση, τρυπά ένα-ένα τα δάχτυλα του παιδιού, που πλημμυρίζουν τώρα στο αίμα. Έχει αφήσει ατρύπητο μόνο ένα δάχτυλο.

-Θα μιλήσεις σκύλε;

-Όχι, εγώ δεν γίνομαι προδότης, απαντά σβησμένα το παλληκάρι.

Με λύσσα η Μαρί χώνει και τη δέκατη καρφίτσα, ενώ και οι τρεις δήμιοι, αυτή, ο Μαξ και ο διερμηνέας, μανιασμένοι από την αποτυχία τους, πέφτουν πάνω στο αναίσθητο παλληκάρι, το χτυπούν, του ξεριζώνουν τα μαλλιά, μπήγουν τα νύχια τους στις κομματιασμένες από το βούρδουλα σάρκες του, ώσπου απόκαμαν. Τελευταία σταμάτησε η Μαρί.

-Βαχλούχτεν! Φωνάζει ο Μαξ και εγκαταλείπει πάλι το κελί άπρακτος, ακολουθούμενος και από τους άλλους δυο. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους δυνατά.

Χάραξε. Πέρασε και η νέα μέρα. Ξαναχάραξε». 

 

Το  Φρουραρχείο των Γερμανών  στεγάστηκε στο νεοκλασικό κτήριο της Ιονικής τράπεζας στην πλατεία Ελευθερίας, τη σημερινή ALPHA BANK. Μπροστά από το Φρουραρχείο, στην πλατεία Ελευθερίας έγινε η αναγκαστική συγκέντρωση των Εβραίων στις 11 Ιουλίου 1942, για την επιλογή ανδρών για καταναγκαστικά έργα, γνωστή και ως  «Μαύρο Σάββατο».



Σε κτήριο της οδού Εθνικής Αμύνης 3 εγκαταστάθηκε το Γερμανικό Στρατοδικείο, το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε σε κτήριο της λεωφόρου Νίκης 63. Στο ίδιο κτίριο είχε εγκατασταθεί η Γερμανική Υπηρεσία Λογοκρισίας των εντύπων (εφημερίδες, περιοδικά, μουσικά κομμάτια κλπ).

Στο τότε κτήριο του Αμερικανικού Προξενείου στην οδό Στρατηγού Καλλάρη εγκαταστάθηκε το «Ειδικό Τμήμα Rosenberg» που ήλθε ειδικά στη το 1941 για τη «μελέτη και επίλυση του εβραϊκού προβλήματος».

Στις εγκαταστάσεις του αμερικανικού κολεγίου Ανατόλια στο Πανόραμα (Αρσακλή) είχε την έδρα του το Ανώτατο Γερμανικό Στρατηγείο της Βαλκανικής. Στο Πανόραμα υπογράφηκε στις 23  Απριλίου 1941 το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης με την Γερμανία και την Ιταλία από τον δοσίλογο στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου, και μετέπειτα κατοχικό πρωθυπουργό της χώρας.

Το κτήριο που στέγασε τις γερμανικές υπηρεσίες  Ασφαλείας ήταν στην οδό Βασσιλίσσης Όλγας 129 όπου είχε έδρα η Sipo D.S., τα διαβόητα Ες Ες που ήταν η εποπτεύουσα ομάδα όλων των γερμανικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη. 


Η πιο σκληρή ομάδα αυτής της υπηρεσίας, που είχε ως βασικό στόχο την εξολόθρευση των Εβραίων, έμεινε στο εβραϊκό κτήριο της οδού Βελισσαρίου 48.


Το Κεντρικό Κτήριο του Πανεπιστημίου, η Φιλοσοφική Σχολή, μετατράπηκε σε Γερμανικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο και οι φοιτητές αναγκάζονταν να κάνουν μαθήματα στο Πειραματικό Σχολείο, στον κινηματογράφο «Ορφέα» (οδός Αγίου Δημητρίου), σε ένα εβραϊκό οίκημα της Αγίας Τριάδας (πλάϊ στο «Πατέ»), στη Σχολή Βαλαγιάννη, στη Χάβρα (συνοικία Χιρς), στην Εύξεινο Λέσχη, στο «Άσυλο του Παιδιού» και σε διάφορα σπίτια.

 Ως Γερμανικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε επίσης το Κεντρικό Νοσοκομείο, σημερινό  «Γ. Γεννηματάς».

Για την ψυχαγωγία του γερμανικού προσωπικού επιτάχτηκαν κινηματογράφοι και παλιά καφενεία που χρησιμοποιήθηκαν για προβολές ταινιών και θεατρικές παραστάσεις αποκλειστικά για Γερμανούς στρατιωτικούς.

Οι πιο γνωστοί ήταν οι κινηματογράφοι «Διονύσια» (Soldaten kino Victoria) στην οδό Αγίας Σοφίας και το  «Παλλάς» στη Λεωφόρο Νίκης.

Ο παλιός κινηματογράφος Διονύσια που έχει πλέον κατεδαφιστεί

Επίσης το γνωστό καφενείο «Αστόρια» και αργότερα «Τόττης», στη γωνία  Αγίας Σοφίας με την παραλιακή λεωφόρο, έγινε κεντρικό αναψυκτήριο για τους Γερμανούς στρατιωτικούς.

Πολλά ξενοδοχεία επιτάσσονται επίσης.

Το ξενοδοχείο Αστόρια, στην οδό Τσιμισκή, στέγασε το Τμήμα Στρατιωτικής Διαχείρισης της Στρατιωτικής Διοίκησης.

Το Γερμανικό Φρουραρχείο εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο Ματζέστικ (γωνία Αγίας Σοφίας και Λεωφόρου Νίκης). Στο ίδιο κτίριο στεγαζόταν και η Γερμανική Στρατιωτική Χωροφυλακή που ήταν γνωστή με το όνομα Πεταλάδες

 Όπως έγραφε χαρακτηριστικά ο καθηγητής της φιλοσοφίας, Χαράλαμπος Θεοδωρίδης:

 

«Τα μεγάλα [ξενοδοχεία] τα έχουν επιτάξει οι Γερμανοί. Τα μικρότερα, τα χωριάτικα, της οδού Εγνατίας, με τα χτυπητά ονόματα από την αρχαία μακεδονική ιστορία και τη βόχα, την απλυσιά και τον κοριό, αμπαρωμένα, μέσα στο μυστήριο. Ο ξέθωρος, ο μιξοβάρβαρος θυρωρός, έχει λίγα τα λόγια: Όλα πιασμένα. Παίρνουμε στη σειρά πέντε, έξι. Η ίδια βουβαμάρα, η ίδια κλειστή πόρτα». 

Άλλα μικρότερα ξενοδοχεία της πόλης, όπως η Νέα Νίκη κοντά στη συμβολή των οδών Φράγκων και Λέοντος Σοφού, η Ανατολική Μακεδονία και τα Νέα Ηλύσια, είχαν καταληφθεί με τις ευλογίες των κατακτητών από συμμορίες ταγματασφαλιτών που τα χρησιμοποιούσαν ως «Στρατηγεία» τους αλλά και ως τόπους βασανιστηρίων αγωνιστών της Αντίστασης.

 

Αλλά δεν είναι μόνο οι Γερμανοί που με την παρουσία τους προκαλούν μίσος στους Θεσσαλονικείς. Λίγες μέρες μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη, έκανε την εμφάνισή της και η «Βουλγαρική Λέσχη», που εγκαταστάθηκε στο κτήριο της οδού Κομνηνών 6, όπου άλλοτε στεγαζόταν το γιουγκοσλαβικό Εμπορικό Επιμελητήριο και η Λέσχη των υπηκόων του «Ηνωμένου Γιουγκοσλαβικού Βασιλείου».

 


Ο Δήμος Θεσσαλονίκης αναγκάζεται να μεταφερθεί και πηγαίνει  πρώτα στη ΧΑΝΘ, και αργότερα στην αρχή της οδού Μητροπόλεως, στο Μέγαρο Ζενίθ. Στα τέλη Αυγούστου του 1941, ο Δήμος ζήτησε επειγόντως την παραχώρηση του Μεγάρου «Βικτώρια» (Κομνηνών 16 και Τσιμισκή) για να ανακουφιστούν οι δημοτικές υπηρεσίες που δεν χωράνει στο κεντρικό κτήριο της Μητροπόλεως. 



Όμως οι Γερμανοί επιτάσσουν κτίρια όχι μόνο για να στεγάσουν τις υπηρεσίες τις διοικητικές τους αλλά και για κατοικία των στρατιωτών.

Μία τέτοια επίταξη αφηγήθηκε ο Δράκος Σαραντάκος, όταν η οικογένειά του που είχε μεταβεί για κάποιο διάστημα στην Αθήνα, επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, βρήκε στο διαμέρισμά τους, στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας της Λεωφόρου Νίκης 35, εγκατεστημένους τρεις Γερμανούς αξιωματικούς με τις ορντινάτσες τους. Και ήταν τεράστια η έκπληξη του καθηγητή Πανεπιστημίου πατέρα του, αλλά και των άλλων μελών της οικογένειας, όταν άνοιξαν την πόρτα του διαμερίσματος:

 

«… Το σπίτι ήταν αγνώριστο, όλα τα έπιπλα σε άλλες θέσεις και η βιβλιοθήκη του πατέρα μισοάδεια. Μας βάλαν στην τραπεζαρία μας σε δύο ράντζα και μία κουβέρτα χάμω για μένα. Υπήρχαν δύο στρατιώτες-υπηρέτες που έκαναν αυτές τις δουλειές […] Η μάνα μου είχε το θάρρος ή την αναίδεια να τους παραπονεθεί (σ.σ. στους τρεις αξιωματικούς) πως το σπίτι ήταν λεηλατημένο. Το παραδέχτηκαν λέγοντας πως ήταν έργο των Ελληνίδων που είχαν ερωμένες οι φαντάροι-υπηρέτες. […] Είχαν σηκώσει τα πάντα, εκτός από τα έπιπλα και είχαν πουλήσει περισσότερα από τα μισά βιβλία της βιβλιοθήκης. Τα πιο πολλά τα ξαναγόρασε ο πατέρας από τα παλαιοβιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης, που τα έψαξε συστηματικά». 

 

Όλα αυτά δημιουργούν ένα αβάσταχτο και ζοφερό  κλίμα στους Θεσσαλονικείς….

 

Ευαγγελία Κανταρτζή, Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης (http://www.ekedisy.gr)


Φωτογραφίες: Χρυσόστομος Κούρτης (Tommy Courtis

Το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης σε συνεργασία με το Greek Cultural Institute πραγματοποιούν περιπάτους και ξεναγήσεις στη Θεσσαλονίκη.

Δείτε το σχετικό link  http://www.ekedisy.gr/category/programmata/draseis-sti-thessaloniki/

 

 


ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗΣ: Η ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΣΣΙΤΙΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

Πείνα και συσσίτια την περίοδο της κατοχής στη Θεσσαλονίκη

Με τη γερμανική κατοχή η πόλη αντιμετωπίζει μια άλλη σκληρή καθημερινότητα και η επιβίωση γίνεται δύσκολη. Ήδη η οικονομία της πόλης λόγω του πολέμου δεν ήταν στα καλύτερά της με αποτέλεσμα να φθάσει στο χείλος της καταστροφής με την είσοδο των κατακτητών.  Η απόφαση της τριχοτόμησης της ελληνικής επικράτειας δημιούργησε μεγαλύτερα προβλήματα καθώς επιτείνει την οικονομική απομόνωση των πόλεων. Η ανατολική Μακεδονία και η Θράκη παραχωρούνται στους Βουλγάρους και έτσι χάνεται ένας σημαντικός παραγωγικός κορμός, αυτός της καπνοκαλλιέργειας.

Η ανεργία καλπάζει  καθώς πολλές επιχειρήσεις και καταστήματα κλείνουν και σε αυτά που μένουν ανοιχτά η εργασία μειώνεται ε 2-3 ημέρες την εβδομάδα. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλοί άνδρες και γυναίκες να δηλώσουν εργασία ως εθελοντές στη Γερμανία.

Τα καύσιμα εξαφανίζονται, περιοριστικά μέτρα εμποδίζουν τη μεταφορά εμπορευμάτων στην πόλη και την αποκόπτουν στην ουσία.  Οι Γερμανοί κατάσχουν υλικά και αγαθά ως πολεμική λεία και επιτάσσουν ή δεσμεύουν την παραγωγή από πολλά εργοστάσια ειδών διατροφής όπως Αλλατίνη, Αβέζ κλπ για την εξυπηρέτηση των αναγκών του στρατού της κατοχής.

 



«Προχωρούσανε κατά μήκος της γραμμής του τραμ έχοντας δεξιά του τη θάλασσα με τα βαμβάκια και τα’ άρμενα με τα πανιά τους κατεβασμένα κι αριστερά του το εστιατόριο Όλυμπος -Νάουσα. Από συνήθειο, όταν βολτάριζε στην παραλία χωρίς σκοπό, πλησίαζε στη βιτρίνα του εστιατορίου, κολλούσε το μούτρο του στο τζάμι και μετρούσε τις μπουκιές των χορτασμένων ζουλώντας τη μύτη και το στόμα του στο γυαλί. «Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιές περίδρομο!» του φώναξε ο Θανάσης που ποτέ δεν κόλλαγε το μούτρο του πουθενά, δεν έβγαζε τη γλώσσα του και δεν κορόιδευε κανέναν. Τώρα, όμως προσπέρασε το Όλυμπος-Νάουσα, γιατί βιαζότανε και τάχυνε το βήμα. Μπροστά του έβλεπε τον Λευκό Πύργο ζωγραφισμένο μέχρι επάνω με πράσινα δέντρα και σπίτια για καμουφλάζ. Έτσι μασκαρεμένος είχε γλιτώσει από τις βόμβες των εχθρών και συμμάχων.  Περνώντας από τους κήπους του άκουσε την μπάντα να παίζει έναν χαρούμενο σκοπό και φαντάστηκε τους Γερμανούς αξιωματικούς και τις καλοντυμένες κυράδες τους να κάθονται στην αίθουσα και να διασκεδάζουν. «Για δες που αυτοί καλοπερνάνε κι εμείς πεθαίνουμε, καρντάση μου» είπε σιωπηλά στον εαυτό του και συνέχισε» (Το ξυπόλητο τάγμα, Αλεξάνδρα Μητσιάλη, σελ. 61).

 


Οι τιμές ανεβαίνουν κατακόρυφα, και εμφανίζεται η μαύρη αγορά. Η κατάσταση επιδεινώνεται με τους πρόσφυγες που έρχονται από την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη λόγω των βουλγαρικών διώξεων.

Οι αρχές δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες σε τρόφιμα και την έλλειψη αυτή αναπληρώνουν φορείς. Συσσίτια εμφανίζονται με πρωτοβουλία φιλανθρωπικών οργανώσεων, ιδρυμάτων, της Εκκλησίας και συνδικαλιστικών οργανώσεων και φορέων. Συσίτια οργανώνονται καθημερινά από την Επιτροπή Παιδικών Συσσιτίων και το Κέντρο Διανομής Γάλακτος του Διεθνούς Κομιτάτου Ερυθρού Σταυρού που μοιράζουν μερίδες σε  περισσότερα από 1.500 παιδιά.

«Το 1943 ήμουν δώδεκα χρονώ. Είχα ήδη κινδυνεύσει να πεθάνω δύο φορές από πείνα, κι αν τελικά σώθηκα, αυτό το χρωστώ κυρίως στα συσσίτια των κατηχητικών. Εκεί γνωρίστηκα με ένα παιδί από το τρίτο γυμνάσιο, που το έλεγαν Σταύρο, και γίναμε φίλοι. Στο ίδιο συσσίτιο έτρωγε κι ο λίγο μεγαλύτερος φίλος μας Μίμης Μαρωνίτης (πρόκειται για τον γνωστό καθηγητή του Α.Π.Θ. Δημήτρη Μαρωνίτη), αρρώστησε όμως βαριά και δεν μπορούσε να έρχεται και να τρώει. Τότε εγώ με τον Σταύρο αποφασίσαμε να πηγαίνουμε το φαί του Μίμη κάθε μέρα στο σπίτι του. Αυτό βάσταξε πάνω από χρόνο. Ξεκινούσαμε από την πλατεία Αγίας Σοφίας και μετά την Ηροδότου, περνούσαμε τον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό και την πλατεία Καλλιθέας και βγαίναμε στην οδό Ιφικράτους 7, που ήταν το σπίτι του Μίμη, ένα φτωχικό τουρκόσπιτο με καφάσια» (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν).

 

«Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 1943, εις το συσσίτιο έφαγα φακή νερόβραστη!… Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 1943, έφαγα μπιζέλια νερόβραστα… Σάββατο 27 Νοεμβρίου 1943, στο συσσίτιο έφαγα μακαρόνια αρκετά καλά μετά ελαίου και αναδίδοντα δυσοσμία πετρελαίου, οπωσδήποτε τα έφαγα πάντως... Κυριακή 28 Νοεμβρίου 1943, έφαγα πατάτες (γεώμηλα) μετά ελαίου και πετρελαίου... Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου, έφαγα στο συσσίτιο φακές με λάδι!.. Σάββατον, 4 Δεκεμβρίου, έφαγα φακή, σκαστή άνευ ελαίου μετά ύδατος αγνού…( Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των Προσφύγων, σ. 46-47. Κατοχικό Ημερολόγιο).

 


Οι προμήθειες τελειώνουν. Το μόνο ψωμί που κυκλοφορεί είναι από καλαμπόκι. Άτομα πεθαίνουν από την ασιτία και τις κακουχίες. Τα δελτία πληροφοριών της Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης κατέγραψαν 1.791 θανάτους από πείνα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 1ης Δεκεμβρίου 1942.

  «Το χειμώνα του 1942 η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο για όλους. Μ’ αυτές τις συνθήκες, τον Φλεβάρη του 42, και σε πλήρη εξαθλίωση, μάνα και γιος, αποφασίζουμε και μεις να πέσουμε κάτω και να πεθάνουμε. Σας φαίνεται παράξενο, αλλά δεν είναι υπερβολή. Αν το παίρναμε απόφαση να πλαγιάσουμε ένα βράδυ στο παχύ χιόνι των τριάντα πόντων στο χωματένιο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Αθηνών (έτσι λεγόταν τότε η σημερινή οδός Παπαναστασίου), το πρωί θα μας έβρισκαν σίγουρα κοκαλωμένους. Άλλωστε αυτή ήταν και η τακτική που ακολουθούσαν εκατοντάδες άνθρωποι κάθε μέρα, οι οποίοι αποφάσιζαν να πεθάνουν: έπεφταν σε μια γωνιά ή σε ένα πεζοδρόμιο, και το πρωί περνούσε το κάρο της δημαρχίας και τους μάζευε ξυλιασμένους. Ένα απόγευμα, λοιπόν, καθώς επιστρέφαμε από τον γνωστό εβραϊκό συνοικισμό 151, όπου σήμερα είναι η πλατεία Εβραίων Μαρτύρων, λέει η μάνα μου: «Ως εδώ ήταν οι μέρες μας». Πέφτουμε λοιπόν στα χιόνια και περιμένουμε να πεθάνουμε. (…) Εκεί λοιπόν που πέσαμε εξαντλημένοι στο πεζοδρόμιο με τα χιόνια, ξαφνικά εμφανίζεται η Καλλιοπίτσα(…) «Καλέ, Κυρα-Φανή, καλέ, τι κάνετε εδώ, είστε με τα καλά σας;». (...) Η μητέρα μου αντιδρούσε και δεν ήθελε να σηκωθούμε. Οπότε αυτές οι δύο μας σηκώνουν στο πι και φι και μας βάζουν να καθίσουμε επάνω στο χιόνι. Τότε οι Γερμανοί δεν είχαν πάρει ακόμη τους Εβραίους. Οι δε Εβραίοι συνήθως πουλούσαν διάφορα πράγματα στο δρόμο, μεταξύ των οποίων και κανναβούρι ψημένο. Με ένα μικρό φλιτζανάκι του καφέ, σου έδιναν σ’ ένα χαρτί κανναβούρι ψημένο, που, όπως ξέρετε έχει λάδι μέσα, είναι και νόστιμο και δυναμωτικό. Περνάει λοιπόν ένα φουκαράδικο Εβραιάκι έχοντας λίγο κανναβούρι για πούλημα, του δίνουν λίγα λεφτά η Καλλιοπίτσα και η  άλλη, παίρνουν ένα φλιτζανάκι κανναβούρι κι αρχίζουν να μας ταΐζουν. Όμως πώς θα πηγαίναμε μέχρι τον Αη-Θανάση; Δεν υπήρχε συγκοινωνία, και τα λίγα γκαζοζέν που υπήρχαν δεν έκαναν αυτό το δρομολόγιο. Τα γκαζοζέν ήταν κυρίως στην Εγνατία. Ξαφνικά, για καλή μας τύχη, εμφανίζεται ένα κάρο με άλογο. Το είχε ένας χωριάτης από την Καμπτσίδα. Τον σταματάει λοιπόν η Καλλιοπίτσα και του λέει: «Καλέ, μπάρμπα, πόσα θέλεις να πάρουμε αυτούς τους ανθρώπους και να τους πάμε μέχρι τον Αη-Θανάση;» Αυτός μας είδε λίγο ψυχρά και ζήτησε ένα ποσό που η Καλλιοπίτσα το βρήκε λογικό. Μας αρπάζουν λοιπόν και μας ξαπλώνουν πάνω στο κάρο, ανεβαίνουν κι αυτές, κάθονται δίπλα μας και μπροστά ο αμαξάς με το καμτσίκι, πίσω εμείς οι τέσσερις, και ξεκινάμε. (…) Εκεί που πηγαίναμε, γυρίζει ξαφνικά ο αμαξάς και λέει στην Καλλιοπίτσα: «Μετάνιωσα». Η Καλλιοπίτσα τρόμαξε. «Έχει γούστο να μας κατεβάσει τώρα, κι άντε να βρεις άλλο κάρο», σκέφτηκε. «Μετάνιωσα», λέει ο αμαξάς, «που σας ζήτησα λεφτά, δε θέλω τίποτα. Θα σας πάω τζάμπα». Πρωτοφανές, είχε συγκινηθεί και είχε έρθει στο φιλότιμο. Και πράγματι, μας πήγε όχι μόνο μέχρι τον Αη-Θανάση, αλλά μέχρι και το σπίτι μας που ήταν αρκετά αψηλά, κοντά στην οδό Αγίου Δημητρίου» (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν).

  


Οι σαλταδόροι είναι μια νέα λέξη που μπαίνει στο λεξιλόγιο των Θεσσαλονικέων, δηλαδή παιδιά κυρίως που «σαλτάρουν» στις αποθήκες των Γερμανών ή στα καμιόνια που μεταφέρουν υλικά και τρόφιμα. Κουραμάνες, ρεζέρβες, μπιτόνια με καύσιμη ύλη, ότι έβρισκαν γενικά.  Πολλά σκοτώνονται επί τόπου αλλά η πείνα τα οδηγεί να αψηφούν τον κίνδυνο. Ήταν και αυτό μια πράξη αντίστασης!

Ανάμεσα στις πολλές μαρτυρίες και αυτή του δικού μου πατέρα, που μικρό παιδί αναγκάστηκε και αυτός να γίνει σαλταδόρος,  κλέβοντας λάστιχα και  αλεξίπτωτα, τα οποία μετά πουλούσε στην μαύρη αγορά που είχε δημιουργηθεί προκειμένου να επιβιώσει η οικογένεια.

 


Την κατάσταση αυτή περιγράφει και το τραγούδι ο «Σαλταδόρος» του ρεμπέτη Μιχάλη Γενίτσαρη.

 

Ζηλεύουνε δε θέλουνε ντυμένο να με δούνε

μπατίρη θέλουν να με δούν για να φχαριστηθούνε

 Θα σαλτάρω θα σαλτάρω τη ρεζέρβα να τους πάρω

 Μα εγώ πάντα βολεύομαι γιατί την εσαλτάρω

σε κανα αμάξι Γερμανού και πάντα τη ρεφάρω

 Θα σαλτάρω θα σαλτάρω τη ρεζέρβα να τους πάρω

 Βενζίνες και πετρέλαια εμείς τα κυνηγάμε

γιατί έχουνε πολλά λεφτά και μόρτικα γλεντάμε

Σάλτα ρίξε τη ρεζέρβα γίνε ντου και σήκω φεύγα

Οι Γερμανοί μας κυνηγούν μα εμείς δεν τους ακούμε

εμείς θα τη σαλτάρουμε ώσπου να σκοτωθούμε.

 Αλλά και οι συνταρακτικοί στίχοι του Ξενοφώντα Φιλέρη, που υπήρξε και ο ίδιος σαλταδόρος,  στο τραγούδι του τραγουδιού του Ζαμπέτα:

Άντε να σαλατάρω, να σαλτάρω

Μαύρη κουραμάνα μάνα να σου πάρω.

Βέβαια από την άλλη πλευρά εμφανίζεται η αισχροκέρδεια και η μαύρη αγορά. Ολόκληρα δίκτυα λαθρεμπορίου εμφανίζονται και τα κατοχικά χρηματιστήρια κάνουν την εμφάνισή τους  στο Βαρδάρι και στην Πλατεία Κολόμβου.  Στις 8 Οκτω­βρίου 1942, μια μεγάλη επιχείρηση «σκούπα» της Αστυνομίας στο Βαρδάρι κατέληξε σε 72 συλλήψεις καταζητούμενων για ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, την κατάσχεση 1,5 εκατομμυρίου σε βουλγάρικα λέβα και δραχμές, και 21 προσαγωγές στο δικαστήριο για αγορανομικά ζητήματα.

 

Τις ατασθαλίες αυτές περιγράφει με χιουμοριστικό τρόπο γνωστό τραγούδι της εποχής, το «Πατάω ένα κουμπί» γνωστό και ως «Νιξ φαί» δηλαδή δεν έχει φαί. Η μελωδία είναι πάνω σε ένα προπολεμικό τραγούδι και είναι όχι μόνο χιουμοριστικό αλλά και καταγγελτικό καθώς στηλιτεύει τους επιτήδειους και μαυραγορίτες που έκλεβαν τα τρόφιμα που μοίραζε ο Ερυθρός Σταυρός στους πεινασμένους Έλληνες. Τα τρόφιμα έφθαναν με καράβι από την ξένη βοήθεια και ιδιαίτερα από τους Έλληνες πατριώτες που ζούσαν στην Αμερική. Από αυτά όμως έκλεβαν όλοι, Γερμανοί και Έλληνες και έτσι έμεναν ελάχιστα για τα συσσίτια.

 

Η εφευρετικότητα των ανθρώπων προκειμένου να χορτάσουν την πείνα τους ανεξάντλητη. Σύμφωνα με μαρτυρία του πατέρα μου, η εφευρετικότητα των Εβραίων που ανακαλύπτουν νέα υλικά προς βρώση ήταν ατελείωτη. Ένα από τα υλικά που ανακαλύπτουν είναι και το «καναβούρι», τροφή των πουλιών, που το τοποθετούν σε μικρά χωνάκια και το πουλάνε κυρίως κατά μήκος της Εγνατίας.

 

«Είχε πέσει μεγάλη πείνα. Η τσακαλοπαρέα είχε τρεις ολόκληρες μέρες να βάλει μπουκιά στο στόμα της, εξόν από κάτι ξεροκόμματα, που ο Τάκης, ο μεγαλύτερος, τα μούσκευε πρώτα στο νερό της βροχής που μάζευε από το λούκι τη σκεπής σ’ ένα κατσαρολάκι, και μετά τα μοίραζε δίκαια: ένα ξεροκόμματο αυτός, ένα ο Θανάσης και δύο ο Ντίνος, που πολύ μικρότερος τα χρειαζότανε περισσότερο.

Ήτανε Φλεβάρης του 1942 και δεν υπήρχε φαϊ στη γύρα ούτε για δείγμα. Ο Τάκης έβλεπε στον ύπνο τον χυλό που τρώγανε στο ορφανοτροφείο, πριν το επιτάξουνε οι Γερμανοί καταχτητές και τους πετάξουνε στον δρόμο για να το κάνουνε νοσοκομείο, και του τρέχανε τα σάλια πάνω στα παλιόπανα που’ βαζε για μαξιλάρι ( Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Ξυπόλητοι ήρωες, σελ. 15).

 

Την εποχή αυτή περιγράφει και μια εκπληκτική ταινία, το  «Ξυπόλητο Τάγμα» που είναι η αληθινή ιστορία 160 παιδιών, που η δράση τους πήρε διαστάσεις μύθου όταν διώχτηκαν από τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης μετά από επίταξη των κτιρίων από τους κατακτητές. Μια ομάδα από αυτά τα ορφανά παιδιά οργανώνονται σαν  μυστικός «στρατός» για να επιβιώσουν. Πηγή για την τροφοδοσία τους είναι τα γερμανικά καμιόνια που κουβαλάνε ψωμί και τρόφιμα και οι μαυραγορίτες. Τα κλεμμένα μοιράζονται στα ορφανά, αλλά και σε άλλους κατοίκους της Θεσσαλονίκης που είχαν ανάγκες.

Η ταινία γυρίστηκε από τον Νίκο Κατσιώτη (σενάριο) ενώ τη μουσική έγραψε ο  Μίκης Θεοδωράκης (η πρώτη του για κινηματογραφική ταινία), με εκτέλεση από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (υπό την διεύθυνση τού ιδίου) και η φωτογραφία ήταν του Μιχάλη Γαζιάδη. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στη Θεσσαλονίκη ενώ τα παιδιά που έπαιξαν προέρχονταν από αναμορφωτήρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.



Το «Ξυπόλυτο Τάγμα» ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που κατόρθωσε να βραβευτεί σε διεθνές φεστιβάλ. Πήρε το 1955 το πρώτο βραβείο («Χρυσή Δάφνη»), στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εδιμβούργου.

 Μπορείτε να δείτε την ταινία πατώντας στην εικόνα



Ευαγγελία Κανταρτζή, Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης (http://www.ekedisy.gr)


Φωτογραφίες: Χρυσόστομος Κούρτης (Tommy Courtis) Από τον Περίπατο Μνήμης

Με αφορμή την επέτειο του 40  το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης και το Greek Cultural Institute  πραγματοποιούν περιπάτους μνήμης. 

Στόχος να ζωντανέψει η ιστορία της Θεσσαλονίκης στα δύσκολα αλλά ηρωικά χρόνια του πολέμου, της κατοχής, της απελευθέρωσης και να οπτικοποιηθεί το ιστορικό γεγονός φωτίζοντάς το μέσα από λογοτεχνικά κείμενα, μαρτυρίες, θεατρικά δρώμενα και αφηγήσεις.

 

 Το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης σε συνεργασία με το Greek Cultural Institute πραγματοποιούν περιπάτους και ξεναγήσεις στη Θεσσαλονίκη.

Δείτε το σχετικό link ΕΔΩ


ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗΣ: ΟΙ ΒΟΜΒΑΡΙΔΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 


Οι Βομβαρδισμοί και τα καταφύγια της Θεσσαλονίκης

Ο πρώτος βομβαρδισμός της Θεσσαλονίκης πραγματοποιείται στις 1 Νοεμβρίου από σμήνος αεροπλάνων με επικεφαλής τον κόμητα Τσιάνο.  Από την 1η Νοεμβρίου 1940 ως την 9η Φεβρουαρίου 1941 οι βομβαρδισμοί στη Θεσσαλονίκη προξένησαν θύματα και πολλές υλικές καταστροφές.

 




Η πόλη, αν και περίμενε τον πόλεμο, είναι μάλλον απροετοίμαστη. Οι περιοχές του κέντρου  όπως η οδός  Εγνατία,  η Ερμού, η Λεωφόρος Στρατού πλήττονται. Μεγάλες ζημιές και θύματα υπάρχουν στις ανατολικές συνοικίες όπως Καλαμαριά, Βυζάντιο, Βότσης λόγω της γειτνίασης με στρατιωτικούς στόχους όπως το αεροδρόμιο της Μίκρας και το στρατόπεδο Κόδρα. Πολλές φορές όμως πλήττονται περιοχές και κτίρια αδικαιολόγητα όπως νοσοκομεία και εκκλησίες.

Στις 9 Φεβρουαρίου 1941, κατά τη διάρκεια μεγάλης αεροπορικής επιδρομής μια βόμβα έπεσε στη βορειοδυτική γωνιά του Ναού της Αγίας Σοφίας.

Ο Γιάννης Μπεράτης στο Πλατύ Ποτάμι δίνει τη δική του μαρτυρία

 «Οι άλλοι δεν ξέρω τι δουλειά είχαν, κι έτσι πήγα μόνος μου στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης.

Τι ησυχία, τι γαλήνη που βασίλευε εκεί μέσα -τι απόκοσμη δροσιά και γλυκό ημίφως κάτω απ' αυτούς τους μεγάλους θόλους, πάνω στη γυμνή πλακόστρωση, όπου τα βήματά μου, με τις βαριές μπότες, κάνανε τέτοια βαθιά ηχώ! Κάνοντας ένα βήμα, περνώντας την πόρτα, απ' το μικρό κηπάκι που την περίζωνε και όπου παιδιά κυνηγιόνταν και φώναζαν, βρέθηκα μέσα σ' έναν άλλο κόσμο, έτσι σαν στον άυλο κόσμο της ιστορίας -σαν κι εγώ ο ίδιος να μην ήμουν παρά ένα αργοπορημένο κομμάτι της, που έφτανε, επιτέλους, για να σβήσει και να χαθεί ήρεμα μέσα σ' αυτήν.

Η εκκλησία ήταν εντελώς έρημη, ή κάπου εκεί πέρα στο σκοτεινό ιερό φάνηκε μια στιγμή η σιλουέτα ενός ιερωμένου, που ύστερα κάπου χάθηκε.

Ναι, ήταν η πρώτη φορά, ύστερ' από τόσον καιρό, ύστερ' από την κήρυξη του πολέμου, που ένιωθα κάτι να ξελασκέρνει μέσα μου, και μια άτονη βέβαια, μα τόσο γλυκιά γαλήνη να με πλημμυρίζει. Δεν ξέρω αν σκεφτόμουνα -μα μου φαίνεται πως όχι. Είχα γίνει ένα με το ημίφως, με τους παμπάλαιους τοίχους, τη δροσιά, και μια απόκοσμη, σχεδόν μεταθανάτια ηρεμία με λίκνιζε.

Η πόρτα όμως άνοιξε. Οι συνάδελφοι με φωνάζαν. Ήταν αργά κι έπρεπε να τραβήξουμε για το Σταθμό.

Θα 'ταν μία η ώρα το μεσημέρι όταν φτάσαμε εκεί. Πλήθος στρατιώτες και αξιωματικοί περίμεναν τα διάφορα τρένα με τους διάφορους προορισμούς. Και κόσμος ντόπιος για αποχαιρετισμούς, και μικροπωλητές που ξεφωνίζανε, κι οι μανούβρες των τρένων που κάθε τόσο σφυρίζανε. Ένα αληθινό ανατολίτικο παζάρι. Κι απάνω ένας καταγάλανος ολοκάθαρος ουρανός κι ένας ήλιος σχεδόν καλοκαιριού. Αφού θεωρήσαμε τα φύλλα πορείας μας, με προορισμό μας τη Φλώρινα, τραβήξαμε να καθίσουμε σ' ένα απ' τα πολλά καφενεία που 'ναι αραδιασμένα στο δρόμο του Σταθμού, για να περιμένουμε το δικό μας το τρένο που, καθώς μας είπαν, είχε μεγάλη καθυστέρηση και θ' αργούσε.

Τότε άξαφνα, μέσα σε κείνη τη βαβούρα και την ανθρωποθάλασσα, αντηχήσανε, υστερικές, οι σειρήνες του συναγερμού. Το τι έγινε ήταν αφάνταστο. Πού πήγε και πώς πρόφτασε να φύγει και να τρυπώσει όλος αυτός ο κόσμος; Τραπέζια, καρέκλες αναποδογυριστήκανε, και, πριν καλά καλά συνέλθω από το σάστισμά μου, μες στο καφενείο δεν ήμαστε παρά τρεις: εγώ, ο Ιατρόπουλος, κι ένα γέρικο γκαρσόνι. "Δε θα πας, μπάρμπα;" τον ρωτήσαμε. Σήκωσε τους ώμους κι έκανε μια βαριεστημένη χειρονομία. "Αν είναι η τύχη σου…" είπε.

Κι εγώ δεν είχα καμιά διάθεση να πάω, κι ο Ιατρόπουλος το ίδιο. Είχαμε βρει κι ένα πολύ καλό καραφάκι ούζο, κι είπαμε πως θα 'τανε πιο καλά να το πιούμε με την ησυχία μας μέσα στη γύρω ησυχία και νέκρα. Πήγα ως την πόρτα και κοίταξα τη μικρή πλατεία κι όσο κομμάτι δρόμος φαινότανε. Ούτε ψυχή. Μόνο πού και πού κανένας χωροφύλακας ξετρύπωνε απ' το καταφύγιό του κι έδινε μερικά προστάγματα που επιτείνανε ακόμα περισσότερο την εντύπωση της νέκρας, γιατί, μη βλέποντας ψυχή, νόμιζες πως απευθύνονται στο κενό.

Οι κινητήρες των αεροπλάνων ακουστήκανε άξαφνα -και σχεδόν αμέσως τα δικά μας αντιαεροπορικά.

"Το νταραβέρι αρχίζει" είπα.

Η αλήθεια είναι πως, φτάνοντας απ' την Αθήνα, που επί τρεις μήνες περίπου είχαμε συναγερμούς, μα δεν είχαμε δει ποτέ αποτελέσματα αεροπορικών επιδρομών, το 'παιρνα το πράμα πολύ πιο ελαφρά απ' όσους καθόντουσαν εδώ, που είχανε ήδη δοκιμαστεί, και άγρια πολλές φορές. Δεν ήταν λοιπόν θάρρος από μέρος μας, αλλά μάλλον άγνοια -αν και ξέχασα να πω πως αυτές τις δύο μέρες που έτσι άσκοπα περιπλανιόμαστε μες στη Θεσσαλονίκη, είχαμε δει αρκετά τραγικά θεάματα: σπίτια καταγκρεμισμένα, βαθιούς λάκκους από βόμβες, άλλα σπίτια που τους έλειπε όλη η στέγη -κι εκείνο που μού 'κανε την πιο παρέξενη εντύπωση: σπίτια δίπατα ή τρίπατα κομμένα εγκάρσια από πάνω ως κάτω σαν με μαχαίρι, που τους έλειπε όλη η πρόσοψη και που, χάσκοντας έτσι, αφήνανε να βλέπει κάθε διαβάτης, κάθε ξένος, ό,τι ως μια ορισμένη στιγμή ζηλότυπα φρουρούσανε από κάθε αδιάκριτο μάτι, όλη την εσωτερική ζωή τους. Αυτά τα κάδρα που κρέμονταν ακόμα πάνω στους χρωματιστούς, λαδομπογιατισμένους τοίχους του άλλοτε σαλονιού, αυτό το συζυγικό κρεβάτι με τα μαξιλάρια, τα κεντημένα σεντόνια και τις κουβέρτες, ανάστατες βέβαια, αλλά πάντως στη θέση τους που με τρία πόδια ακουμπούσε ακόμα στο απομεινάρι του πατώματος της κρεβατοκάμαρας, ενώ το τέταρτό του μετεωριζότανε στο ρήγμα, στο κενό, αυτές οι μεγάλες κορνιζαρισμένες μεγεθύνσεις φωτογραφιών κάποιας γιαγιάς, κάποιου παππού, ακαλαίσθητες όπως συνήθως, ξασπρισμένες απ' τον καιρό, και που κοιτούσανε τώρα, άσκοπα κι αυτές, μες στο κενό, ή την ξένη, την αδιάφορη κίνηση του δρόμου, αυτοί οι καναπέδες που κάνανε θαύματα ισορροπίας, ένας πολυέλαιος, κι ένα πιάνο ακόμα στο τρίτο πάτωμα… Βέβαια, τα 'χα δει όλ' αυτά, κι ακόμα τα μαύρα και παιδεμένα σαν από σπασμούς ρολά των καταστημάτων, που είχανε ξεφύγει απ' την πόρτα που φυλάγανε και που τα συγκρατούσε ορθά άλλοτε, τις σβησμένες πυρκαγιές, τους μαύρους τοίχους, το παράξενο βλέμμα εκείνων που ψάχνανε μες στα συντρίμμια -μα τα 'χα δει, όπως είπα, σαν ένα θέαμα ξεπερασμένης πια ιστορίας, κι όχι σαν στιγμή ζωής όπου συμμετείχα. Κι αυτό ήταν μια μεγάλη διαφορά.

Μα ο βομβαρδισμός και το αντιαεροπορικό (δεν μπορούσα ακόμα να ξεχωρίσω τους δυο θορύβους) ακούγονταν κάπου σαν πολύ μακριά.

Θέλησα να βγω στην πίσω αυλή του κέντρου, και το γκαρσόνι μου 'δειξε το δρόμο απ' την κουζίνα. Ήταν ένα χαμηλοτάβανο δωματιάκι με αφημένα όλα τα μπρίκια του καφέ πάνω στη χόβολη που ζούσε ακόμα, κι από πάνω δεν ήταν στεγασμένο παρά με κάτι παμπάλαιες σκεβρωμένες σανίδες, που άφηναν μεγάλες χαραμάδες κι έβλεπες ανάμεσά τους τον καταγάλανο γυαλιστερό ουρανό και τον ήλιο που έλαμπε. Μα εκείνη τη στιγμή σαν κάτι ν' άρχισε να γαζώνει πολύ κοντά μου και πολύ δυνατά και με μια ξετρελαμένη ταχύτητα. Κι ώσπου να καταλάβω καλά καλά πως μας πολυβολούσαν, μια, δυο, τρεις εκρήξεις βαριές έσεισαν συθέμελα όλο το σπίτι, τόσο που πήγα να πέσω και μου φάνηκε πως είδα τους τοίχους να πηγαινοέρχονται σαν σε δυνατό σεισμό, ενώ μέσα στο καφενείο, πίσω από τη στενή μισάνοιχτη πορτούλα, βροχή από γυαλιά και γυαλικά σπασμένα ακούστηκε. Έτρεξα μέσα. Ο Ιατρόπουλος και το γέρικο γκαρσόνι, κατασκονισμένοι, τινάζανε από πάνω τους ασβέστες και γύψους, ενώ όλο το πάτωμα του μαγαζιού είχε γεμίσει γυαλιά. Η μπόμπα που 'χε πέσει είχε δημιουργήσει ευτυχώς (και δεν ξέρω πώς) ένα κενό ή ένα "ρεύμα αέρος", και το μεγάλο παράθυρο που ήτανε πίσω από την πλάτη μας σαν καθόμαστε στο τραπεζάκι μας είχε ολόκληρο ρουφηχτεί προς τα έξω, αλλιώς ο Ιατρόπουλος και το γέρικο γκαρσόνι δε θα 'τανε αυτή τη στιγμή στα πολύ καλά τους. Μου φάνηκε στην αρχή πως είχε πάρει φωτιά ο Σταθμός, αλλά σιγά σιγά κατάλαβα πως καιγόταν κάτι άλλος -ίσως καμιά πιο πέρα αποθήκη, ίσως κανένας συρμός.

Βγήκα έξω στη μικρή πλατεία, και με πηδήματα σχεδόν πετάχτηκα στη σιδερένια γέφυρα που ενώνει τις δυο αποβάθρες. Είχα μια απαραίτητη ανάγκη να δράσω, κάτι να κάνω. Δε μπορούσα σε τέτοια στιγμή ν' ανεχθώ την ακινησία.

Ήταν τρία κλειστά φορτηγά βαγόνια γεμάτα με σιδερένια βαρέλια πίσσα ή γκρέσα, που, έχοντας κιόλας αναλιώσει, άρχιζε να τρέχει φλεγόμενη παντού. Η "υπηρεσία κατασβέσεως του πυρός" ήταν εκεί που πολέμαγε να εντοπίσει τη φωτιά, γιατί υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να μεταδοθεί και στα υπόλοιπα βαγόνια κι από εκεί στις δίπλα αποθήκες. Ήταν μια σπασμωδική δουλειά, μια δουλειά σε στιγμή πανικού ή πάντως όχι "εν ψυχρώ νω". Έτρεξα κι εγώ εκεί, έσυρα κι εγώ τους σωλήνες με το νερό που κάπου σκαλώνανε, έσπρωξα κι εγώ, μαζί με τους άλλους στρατιώτες της υπηρεσίας, τα βαρέλια που φλογίζονταν. Ήταν μια ζέστη εκεί κοντά κι ένας καπνός, που δεν μπορούσες ν' αναπνεύσεις και δεν έβλεπες μπροστά σου.

Η φωτιά όμως εντοπιζόταν, λιγόστευε, έσβηνε. Είχαν ξεκόψει πια τα τρία φλεγόμενα βαγόνια απ' τον υπόλοιπο συρμό. Όλοι ήμαστε μαύροι, λαχανιασμένοι, στουπί στον ιδρώτα. Χαιρέτισα, με χαιρέτισαν, κι έφυγα. Είχα κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι μου. Και ξαναγύρισα στην παρέα, στο καφενείο.

Η λήξη του συναγερμού είχε σημάνει πια. Η μικρή πλατεία κι ο δρόμος άρχισαν μεμιάς πάλι να μυρμηγκιάζουν.

Σε λίγο ακούστηκε κάποιο σφύριγμα. Ήταν το τρένο μας. Φορτωθήκαμε όπως όπως, βιαστικά, τα σακίδια, τους μανδύες, τις κουβέρτες, και τραβήξαμε προς το Σταθμό. Εκεί έφταναν πια οι πρώτες ειδήσεις για τ' αποτελέσματα του βομβαρδισμού. "Έπεσε εκεί" έλεγε ο ένας. "Όχι, έπεσε εκεί" έλεγε ο άλλος.

Ήμαστε πια μες στο βαγόνι, όταν έμαθα πως είχε πέσει βόμβα και στην Αγία Σοφία, σ' αυτή την παλιά βυζαντινή εκκλησία, που φαινόταν πια έξω από κάθε χρόνο και τις περιπέτειές του, και που μόλις το πρωί, ένα δυο ώρες πρωτύτερα, μου 'χε δώσει, με τη σιωπή που την τύλιγε, μια τόσο απόκοσμη γαλήνη.

Ναι, είχε πια αρχίσει ο Πόλεμος για μένα"».

Η αντιαεροπορική άμυνα είναι ελλιπής, ο πληθυσμός δεν είχε την κατάλληλη ενημέρωση. Τα δημόσια καταφύγια είναι ελάχιστα: μνημεία όπως η Ροτόντα και το Αλατζά Ιμαρέτ μετατρέπονται γρήγορα σε καταφύγια. Όταν πλέον αρχίζουν να σκέφτονται την κατασκευή καταφυγίων είναι δύσκολη η εύρεση των υλικών και έτσι οι εργασίες μένουν ημιτελείς.



Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ζει τότε σε έναν δρόμο πίσω από την Αγία Σοφία. Μικρό παιδί περιγράφει με τον δικό του τρόπο πώς  βίωσε τους βομβαρδισμούς.

 «Κάθε λίγο και λιγάκι σήμαινε η σειρήνα που βρισκόταν στην ταράτσα ενός μεγάρου της πλατείας Αγίας Σοφίας. Μια άλλη βρισκόταν πάνω στα κάστρα και μια άλλη στο Βαρδάρι (…). Μόλις ακούγαμε τη σειρήνα, αφήναμε τις δουλειές μας και τρέχαμε όλοι στο καταφύγιο που ήταν στο απέναντι μεγαράκι. Εμείς που καθόμασταν στο τρίτο πάτωμα ήμασταν πιο νευρικοί, γιατί έπρεπε να τρέξουμε πιο πολύ, να κατεβούμε τρεις ολόκληρες σκάλες ενώ άλλοι έφευγαν πιο γρήγορα. Και γι’ αυτό όταν φτάναμε στο καταφύγιο ήμασταν από τους τελευταίους, με δυσκολία προχωρούσαμε. Το καταφύγιο ήταν φίσκα γιατί εκεί μαζεύονταν όλοι οι κάτοικοι του δρόμου μας (…). Υπήρχε ένα φως, όχι και τόσο αδύνατο, το οποίο βοηθούσε απ’ τη μια μεριά να βλέπονται οι άνθρωποι μεταξύ τους (…) προπάντων όμως βοηθούσε τις διάφορες ευσεβείς γυναικούλες  (αλλά και κάποιους ηλικιωμένους κυρίους) να διαβάζουν τον παρακλητικό κανόνα και τον Ακάθιστο Ύμνο. Γρήγορα η ατμόσφαιρα του καταφυγίου μετατρέπονταν σε ατμόσφαιρα εκκλησία. Μερικές φορές μάλιστα θυμούμαι ότι υπήρχε και κάποιος ο οποίος μας έβγαζε και ένα μικρό κήρυγμα….(Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν).

 Όμως παρόλα αυτά ο κόσμος έχει αποφασιστικότητα και ενθουσιασμό ιδιαίτερα όταν αρχίζουν και έρχονται τα πρώτα ανακοινωθέντα με τις νίκες του πολέμου.



Τα τρένα αρχίζουν και μεταφέρουν τους πρώτους τραυματίες, τα νοσοκομεία γεμίζουν. Με το ένα τρένο μεταφέρουν τους Έλληνες τραυματίες και με το άλλο τους Ιταλούς. Δεν υπάρχουν διακρίσεις στην περίθαλψη των τραυματιών.

 Ζούσαμε στο κέντρο της πόλης, στο δεύτερο όροφο της Τσιμισκή 35. Στον πρώτο βομβαρδισμό, απέναντι στο Ταχυδρομείο είχε γκρεμιστεί ο τρίτος όροφος και η πρόσοψη του κτιρίου ήταν κατεστραμμένη (…) Πυροτεχνουργοί ήρθαν ύστερα από μέρες να βγάλουν μια βόμβα που δεν είχε εκραγεί και είχε σφηνωθεί στο υπόγειο του κτιρίου κάτω από το κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του πατέρα (…) Τα ελληνικά αντιαεροπορικά κατέρριψαν ένα ιταλικό βομβαρδιστικό αεροπλάνο. Ο πιλότος έπεσε με αλεξίπτωτο στην ταράτσα του σπιτιού μας. Λαβωμένο, ίσως και σκοτωμένο τον κατέβασαν από τις σκάλες τυλιγμένο σ’ ένα άσπρο σεντόνι (..) (Ροζίτα Άσσερ-Πάρδο , 548 ημέρες. Με άλλο όνομα. Θεσσαλονίκη 1943. Μνήμες Πολέμου).

Ευαγγελία Κανταρτζή, Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης (http://www.ekedisy.gr)


Φωτογραφίες: Χρυσόστομος Κούρτης (Tommy Courtis) Από τον Περίπατο Μνήμης

Το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης σε συνεργασία με το Greek Cultural Institute πραγματοποιούν περιπάτους και ξεναγήσεις στη Θεσσαλονίκη.

Δείτε το σχετικό link ΕΔΩ

 




ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗΣ: ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 




9 Απριλίου 1941, Η μέρα που οι Γερμανοί μπήκανε στη Θεσσαλονίκη

  Τρίτη 8 Απρίλη 1941

Οι Γερμανοί είναι δυο ώρες έξω από τη Θεσσαλονίκη.

Τώρα που γράφω, 17:30, πρέπει να έχουν μπει στην πόλη. Ο υπάλληλος που έχει αδιάκοπη τηλεφωνική επικοινωνία με τη Θεσσαλονίκη μου λέει πως οι αρχές έχουνε κιόλας φύγει και πως ο πληθυσμός προσπαθεί να σωθεί όπως μπορεί….

(Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Δ, 1 Γενάρη 1941-31 Δεκέμβρη 1944)

 


Οι Γερμανοί εισβάλουν στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου. Στις 8 Απριλίου βρίσκονται ήδη είκοσι χιλιόμετρα μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Στον διοικητή της Γερμανικής Μεραρχίας μεταφέρεται πρόταση για κατάπαυση των εχθροπραξιών και ο Γερμανός στρατηγός Λιστ την αποδέχεται ως παράδοση «άνευ όρων» και στις 9 Απριλίου υπογράφεται το πρωτόκολλο στο κτίριο της Γερμανικής σχολής. Οι Γερμανοί με επικεφαλής τον ταξίαρχο Βερστ μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη.

Στη Μοναστηρίου πραγματοποιείται συμβολική παράδοση της πόλης στους κατακτητές από τον Μητροπολίτη Γεννάδιο, τον Δήμαρχο Μερκουρίου και τον στρατιωτικό διοικητή Ραγκαβή. Διερμηνέας ο γερμανομαθής και γερμανόφιλος καθηγητής της Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης Βιζουκίδης, αμφιλεγόμενη προσωπικότητα.

 

Ήδη από το απόγευμα της 8ης Απριλίου οι αρχές έχουν εξαφανιστεί από την πόλη με ότι μέσο είχαν και όπως μπορούσαν. Συνεχείς εκρήξεις ακούγονται καθώς οι βρετανικές ομάδες καταστροφών ανατινάζουν ότι θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στους Γερμανούς.

 «Ξαφνικά ακούστηκαν από τα δυτικά τρομερές εκρήξεις. Φλόγες φώτιζαν τον ουρανό. Πολύ αργότερα μάθαμε ότι έγιναν ανατινάξεις στρατιωτικών υλικών και καυσίμων από τους δικούς μας» (Λ. Ζησιάδης, Στη Θεσσαλονίκη τότε).

 

Η είσοδος των Γερμανών πραγματοποιείται σε μια πόλη παγωμένη από τη σαστιμάρα. Τους υποδέχονται κλειστές πόρτες και κλειστά παντζούρια. Ο κόσμος έχει ταμπουρωθεί στα σπίτια του.

Κατά την είσοδο των Γερμανών, περιγράφει ο Γιώργος Σταμπουλής, σκοπός του παρατηρητηρίου του Λευκού Πύργου ήταν έτοιμος να πυροβολήσει μια γυναίκα που σκόπευε να προσφέρει μια ανθοδέσμη στον Γερμανό αξιωματικό. Με παρέμβασή του ο Σταμπουλής ματαίωσε το σχέδιο του σκοπού αποφεύγοντας πιθανά αντίποινα από τους Γερμανούς.

  


«Έφτασαν οι βρωμοφασίστες» είπε ο ένας στρατιώτης. Ο άλλος κρατούσε το τουφέκι, πλησίασε το παράθυρο του σαλονιού που έβλεπε στην οδό Τσιμισκή.

-«Τα γουρούνια» μουρμούριζε. Κοίταζε από τα κουφωτά παντζούρια.

«Μπήκαν οι Γερμανοί» είπα.

Μετά τα τανκς ακούσαμε ένα τραγούδι και ένα ρυθμικό τρακ-τρακ σαν πέταλα αλόγων.  Ψηλοί, στητοί άντρες, έξι-έξι στη σειρά, κτυπούσαν τις μπότες τους στην άσφαλτο με δύναμη. Πήγαιναν οι πρώτοι καμαρωτοί και σήκωναν το πόδι πιο ψηλά απ’ όλους. Ο μεσαίος κρατούσε μια μεγάλη κόκκινη σημαία με μαύρο αγκυλωτό σταυρό.

Ο στρατιώτης με το τουφέκι είπα:

«Έτσι μου’ ρχεται με τις δυο τελευταίες σφαίρες που’ χω να τους τινάξω τα μυαλά στον αέρα».

«Ε! φρόνιμα» είπε ό άλλος. Ξεφορτώσου αυτό το τουφέκι επιτέλους».

(Λ. Μπενρουμή-Αμπαστάδο, Τα τετράδια της Λίνας. Ένα ντοκουμέντο από την κατοχή)

 

Δεν λείπουν βέβαια και κάποιοι που μάλλον διάκεινται φιλικά προς τους κατακτητές.

«[…] Η Εγνατία είχε γεμίσει από κόσμο, όχι πάρα πολύ βέβαια, αλλά τόσο ώστε να καταλάβει κανείς ότι κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε. Βέβαια, δεν φαίνονταν τίποτε, αλλά είχε μαθευτεί ότι οι Γερμανοί ήταν ήδη στο Βαρδάρι και ότι σιγά σιγά θα περνούσαν από μπροστά μας για να κατευθυνθούν προς το στρατηγείο. Πράγματι, αφού περιμέναμε κάμποση ώρα, άρχισαν από μακριά να φαίνονται οι πρώτοι Γερμανοί. Πρώτα πρώτα έρχονταν μια σειρά από μοτοσικλετιστές και ακολουθούσαν μετά κάποια μικρά αυτοκίνητα. Οι μοτοσικλετιστές ήταν αρκετοί. Γεμάτοι περηφάνια και φοβερά βλοσυροί, κορδωμένοι επάνω στις μοτοσυκλέτες τους, σωστοί κοσμοκαταχτητές. Έβλεπα κάποιους κυρίους, που προσπαθούσαν να κρατηθούν και να μην κλάψουν· ταυτόχρονα έβλεπα και κάποιους άλλους που ετοιμάζονταν να χειροκροτήσουν. Και πράγματι χειροκρότησαν  (…) Εκεί λοιπόν που στεκόμουνα στο πεζοδρόμιο της Εγνατίας με έκπληξη διαπίστωσα ότι δίπλα μου ακριβώς στέκονταν και ένα συνομήλικό μου κοριτσάκι, ξανθούτσικο με μπουκλάκια και βαστούσε στο χέρι του-μα πώς δεν το είχα προσέξει νωρίτερα- ένα μεγάλο στεφάνι. Δεν πήγε το μυαλό μου τόση ώρα να αναρωτηθώ, τι ήθελε αυτό το κοριτσάκι με το στεφάνι και περίμενε στον στύλο.

 Όταν όμως είδα τον πρώτο μοτοσικλετιστή, ξαφνικά κατάλαβα: αυτός ο μοτοσικλετιστής είχε περασμένο στο λαιμό του τουλάχιστον τρία στεφάνια. Στεφανωμένοι ήταν και οι άλλοι μοτοσικλετιστές με λιγότερα στεφάνια (…)

 Ξαφνικά το κοριτσάκι, με απερίγραπτο θάρρος, εκεί που δεν το περίμενε κανείς, προχωράει μπροστά στον δρόμο, σταματάει στη μέση του δρόμου και αναγκάζει όλο το γερμανικό άγημα να σταματήσει. […] Έδωσε το σύνθημα ο πρώτος, σταμάτησε όλο το άγημα, το κοριτσάκι με πολλή άνεση πήγε και κρέμασε στον λαιμό του μοτοσικλετιστή το στεφάνι, εκείνος το φίλησε και κάποιοι από το πεζοδρόμιο χειροκρότησαν. […] Τι ήταν να το δω αυτό! Με ζώσαν μαύρα φίδια. Ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμίζονταν εκείνη τη στιγμή μέσα μου. Ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου να στεφανώνει αυτούς τους ανθρώπους που έρχονταν να μας σκλαβώσουν!»

 (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν)

  


Πριν την είσοδό τους οι Γερμανοί είχαν φροντίσει να πάρουν και όλες τις πληροφορίες που ήθελαν. Αλώνιζαν οι κατάσκοποί τους προσποιούμενοι τους φιλειρηνικούς ερευνητές.

 «Στην αριστερή μεριά της οδού Ι. Δέλλιου (…) ήταν πριν απ’ την Κατοχή ένα εστιατόριο (μετά έγινε καφενείο). Στις αρχές του 1940  τακτικοί πελάτες του μαγαζιού ήταν ένας μεσόκοπος γερμανός καθηγητής της Αρχαιολογίας και πέντε νεαροί φοιτητές του, που έκαναν αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της Ροτόντας. Απλοί άνθρωποι, καταδεκτικοί μ’ όλους και ιδιαίτερα μ’ όσους δούλευαν στο λιμάνι και στα τηλέφωνα (…). Αφού έμειναν κάπου, ένα χρόνο, χάθηκαν για λίγο καιρό. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στη Θεσσαλονίκη, οι «χαζοκαθηγητές», όπως τους λέγαμε, ξαναφάνηκαν: ο καθηγητής ως συνταγματάρχης και οι φοιητές του ως ανθυπολοχαγοί της Βέρμαχτ. Τότε μόνο κατάλαβαν οι ξύπνιοι Ρωμιοί γιατί οι κουτόφραγκοι τους ρωτούσαν τέτοια «ασήμαντα» πράγματα». (Κ. Τομανάς, Δρόμοι και γειτονιές της Θεσσαλονίκης).

Ξημερώνει μια βαριά μέρα πλέον. Η Θεσσαλονίκη δεν θα είναι πια ίδια τις μέρες που ακολούθησαν….

Ευαγγελία Κανταρτζή, Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης (http://www.ekedisy.gr)


Φωτογραφίες: Χρυσόστομος Κούρτης (Tommy Courtis) Από τον Περίπατο Μνήμης


Το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης σε συνεργασία με το Greek Cultural Institute πραγματοποιούν περιπάτους και ξεναγήσεις στη Θεσσαλονίκη.

Δείτε το σχετικό link ΕΔΩ