Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΧΑΜΕΝΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΟΧΩΝ

  

Η χαμένη συνοικία των «Εξοχών» ή των «Πύργων»


Οι Εξοχές, ιδωμένες από τη θάλασσα, είναι εξίσου μαγευτικές, αν και ξέρω ότι εσύ διαφωνείς, γιατί τότε που ζούσες και ανέβαινες για δουλειές του εργοστασίου, όταν βγαίναμε βόλτα εδώ στη θάλασσα, γκρίνιαζες για τους δικούς μας αρχιτέκτονες, που μπέρδευαν το ένα στιλ με το άλλο. Τις βίλες εδώ δεν τις έβαζες καν σε σύγκριση με τα αρχοντικά της Αθήνας, είναι σύμμεικτες κατασκευές, έλεγες, κρεολές…

(Ισίδωρος Ζουργός, Λίγες και μια νύχτες)

Η χαμένη πια συνοικία των «Εξοχών» ή των  «Πύργων» ήταν η πιο κοσμοπολίτικη  περιοχή της Θεσσαλονίκης. Ξεκινώντας από τον Λευκό Πύργο έφθανε στους Μύλους  Αλλατίνι ακολουθώντας τη διαδρομή της Βασιλίσσης Όλγας. Οι λεγόμενοι Πύργοι δεν ήταν παρά μικρά και ευτελούς αξίας κτίσματα που προορίζονταν για αυτούς που εργάζονταν στα κτήματα.


Οι Πύργοι, οίτινες φαίνονται μεν προάστιον, χωριζόμενον από της πόλεως δια του Εβραϊκού νεκροταφείου, αποτελούν όντως μέρος αυτής ως θερινή μάλλον αριστοκρατική συνοικία, είναι ο προσφιλέστερος περίπατος των Θεσσαλονικέων. Είναι τα Πατήσια ή το Φάληρον των Αθηνών, το προάστιον εκείνο το τελείως ευρωπαϊκόν την όψιν.
(Δημήτρης Βαρδουνιώτης, Οι Πύργοι της Θεσσαλονίκης)


Τα πρώτα αρχοντικά στην περιοχή άρχισαν να κτίζονται το 1880 και ακολουθούν άλλα μετά την κατεδάφιση του θαλάσσιου τοίχους το 1889 αλλά και την πυρκαγιά το 1890. Η νέα συνοικία θα ονομαστεί Χαμηδιέ, από το όνομα του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ του Β΄, ονομασία που δόθηκε μετά από πρόταση των τοπικών αρχών για τον σχηματισμό μιας ξεχωριστής συνοικίας.

Η ονομασία Εξοχές οφείλεται στο ότι τα σπίτια δεν προορίζονταν αρχικά για μόνιμη χρήση, αν και μετά την πυρκαγιά του 1917 πολλοί πλέον μετακόμισαν εδώ μόνιμα και στο ότι βέβαια η περιοχή αποτελούνταν από αγροτικές εκτάσεις.


 Όταν ξεκινάει και η γραμμή του τραμ, ιππήλατο στην αρχή, το 1893 οι κατοικίες αρχίζουν και πληθαίνουν. Είναι η εποχή που πλούσιοι Έλληνες έμποροι, Εβραίοι  βιομήχανοι αλλά και Οθωμανοί  αξιωματούχοι κτίζουν τα εξοχικά τους σπίτια στην όμορφη αυτή περιοχή ακολουθώντας μια ιδιαίτερη και ιδιότυπη αρχιτεκτονική εξαιρετικά εκλεπτυσμένη. Ανάμεσα στους αρχιτέκτονες που έβαλαν την υπογραφή τους στη δημιουργία αυτών των επαύλεων ήταν ο Αριγκόνι, ο Βιταλιάνο  Ποζέλι και  ο Ξενοφών Παιονίδης.


Τα αρχοντικά περιβάλλονται από ιδιαίτερα καλαίσθητους κήπους και από την πίσω πλευρά ακουμπούν στη θάλασσα, όπου έχουν μικρές ιδιωτικές παραλίες με  καμπίνες για να ξεντύνονται  και τα δικά τους πλοιάρια, που συχνά τα χρησιμοποιούν όχι μόνο για αναψυχή και βόλτες στη θάλασσα αλλά και ως μεταφορικό μέσο.  


Εδώ δεν υπήρχε ο διαχωρισμός των τάξεων που υπήρχε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με τις συγκεκριμένες ζώνες κατοίκησης των Ελλήνων, των Εβραίων και των Μουσουλμάνων. Στις Εξοχές η ζωή ακολουθούσε τα αστικά πρότυπα της εποχής χωρίς να υπάρχουν εθνικοί ή θρησκευτικοί διαχωρισμοί αλλά με μόνο διαβατήριο στην περιοχή αυτή να έχεις οικονομική επιφάνεια. Άλλωστε οι τιμές των οικοπέδων και των ακινήτων είναι τόσο υψηλές που εκ των πραγμάτων μόνο οικογένειες που ανήκαν στα υψηλά κοινωνικά στρώματα μπορούν να έχουν την πολυτέλεια μιας κατοικίας στη συνοικία των Εξοχών. Ανάμεσα στους κατοίκους της νέας γειτονιάς είναι άτομα όπως ο βαλής (γενικός διοικητής), ο στρατάρχης και δήμαρχος της πόλης,  πρόξενοι, διευθυντές τραπεζών. Ονομαστές οικογένειες της πόλης έχουν εδώ πλέον τις κατοικίες τους όπως οι Άμποτ, Αλλατίνι, Μοδιάνο.


Επήγα σήμερα στους Πύργους της Καλαμαριάς. Είναι προς τα δεξιά της πόλεως μια ώρα μακρυά, στην ακρογιαλιά. Είναι το καλοκαιρινό αναπαυτήριο όλου του πλουσιόκοσμου της Θεσσαλονίκης. Εκεί λουτρά, εκεί κήποι μεγάλοι, χτήρια με ρυθμό ευρωπαϊκό και ανατολίτικο μαζί, ξενοδοχεία αναπαυτικά, καφενεία αναπαυτικότερα.
(Ανδρέας Καρκαβίτσας, Θεσσαλονίκη και άλλα «επίκαιρα» κείμενα.)


Από τα 100 πάνω κάτω αρχοντικά της εποχής σήμερα σώζονται 20 περίπου  κατά μήκος της Βασιλίσσης Όλγας ή στους κάθετους με αυτήν δρόμους. Λίγα είναι καλοδιατηρημένα, αυτά που ευτύχησαν να χρησιμοποιούνται σήμερα και να στεγάζουν υπηρεσίες ή και κέντρα αναψυχής. Άλλα απλώς περιμένουν τον αργό θάνατό τους ασφυκτιώντας ανάμεσα στις πολυώροφες πολυκατοικίες .

Από τα παλαιότερα σωζόμενα είναι το κτίριο της Εθνικής Τραπέζης, το «κόκκινο σπίτι» το Chateau mon bonheur» (Πύργος η ευτυχία μου, η βίλα Αλλατίνι που σήμερα στεγάζει τις υπηρεσίες της Νομαρχίας, η Κάζα Μπιάνκα (ανήκει στον Δήμο), το Ιταλικό Προξενείο, η Βίλα Μορντόχ (Δημοτική Πινακοθήκη), το πρώην κτίριο του ΝΑΤΟ, τα αρχοντικά, Σιάγα και του Μιχαηλίδη, η Έπαυλη Μοδιάνο (Λαογραφικό Μουσείο).


Πολλά είναι συνδεδεμένα με σημαντικά ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης όπως η Βίλα Καπαντζή στην οποία εγκαταστάθηκε ο τότε επικεφαλής της προσωρινής επαναστατικής Κυβέρνησης με έδρα τη Θεσσαλονίκη, Ελευθέριος Βενιζέλος.
Αλλά συνδέονται με έρωτες και πάθη. Ο γνωστός κόκκινος πύργος της Θεσσαλονίκης, ο Πύργος της Ευτυχίας (Chateau mon bonheur) χτίστηκε για την Ευτυχία, τον μεγάλο έρωτα του Δημήτρη Ιωαννίδη-Τσακιρντέκη ενώ η γνωστή Κάζα Μπιάνκα συνδέθηκε με τον μεγάλο έρωτα της Αλίν Φερνάντεζ με τον έλληνα αξιωματικο, Σπύρο Αλιμπέρτη.

Συνέχισε τον δρόμο του θέλοντας να παρατείνει τη βόλτα και προσπέρασε τη γειτονιά του συνεχίζοντας για το Ντεπό. Πέρασε έξω από την Casa Bianca, όπου έμειναν για χρόνια η Αλίν Φερνάντεζ και ο Σπύρος Αλιμπέρτης.
(Ισίδωρος Ζουργός, Λίγες και μια νύχτες)

Τα σπίτια δυστυχώς κατεδαφίστηκαν, τα περισσότερα στα τέλη της δεκαετίας του 60, εποχή της άνευ όρων ανοικοδόμησης. Μια γειτονιά κόσμημα της Θεσσαλονίκης παραδόθηκε και αυτή στην εμπορευματοποίηση και στην ακαλαίσθητη δόμηση. Οι κήποι με τα τριαντάφυλλα, οι ακρογιαλιές, οι βόλτες με τις βάρκες στον Θερμαϊκό, τα όμορφα καφενεία, τα θερινά σινεμά έγιναν ανάμνηση και πικρή νοσταλγία.

Ιστορίες, μνήμες, έρωτες, πάθη, εγκλήματα, ανυπολόγιστης αξίας ζωντανά μαρτύρια και πηγές της ιστορίας της Θεσσαλονίκης χάθηκαν για πάντα ανάμεσα στα ερείπια από τα γκρεμισμένα κτίρια.

Συνέχιζε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο τους δεινόσαυρους της κοιμισμένης συνοικίας, τις θεόρατες βίλες της Εστέρ Μποτόν, του Χαζτημήσεφ, του Τελτζή μπέη, του Οσμάν Αλή μπέη, του Γιάκο Μοδιάνο, του Περικλή Χατζηλαζάρου… ΄Υστερα από το Chateau mon Bonher και τη Βίλα Σεϊδουλάχ πασά έκοψαν ταχύτητα. Έστριψε πολύ προσεχτικά σ’ ένα χωματόδρομο κι έριξε δεξιά κι αριστερά ματιές στα παράθυρα των σπιτιών. Την είδε που είχε σκύψει το κεφάλι και τώρα σκούπιζε τα μάτια με το μαντίλι της. «Κλαις για τις Εξοχές;» τη ρώτησε. «Κλαις για τα σπίτια, τους κήπους, για πολλά νομίζω, έτσι δεν είναι;». Κούνησε το κεφάλι της σιωπηλή…»
(Ισίδωρος Ζουργός, Λίγες και μια νύχτες)


Βιβλιογραφία
Δημήτρης Βουρδουνιώτης, Οι πύργοι της Θεσσαλονίκης, Αθήνα.
Ισίδωρος Ζουργός (2017). Λίγες και μια νύχτες. Αθήνα: Πατάκης
Βασίλης Κολώνας (2016). Η Θεσσαλονίκη εκτός των τειχών. Εικονογραφία της Συνοικίας των Εξοχών (1885-1912). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
Ανδρέας Καρκαβίτσας (1993). Θεσσαλονίκη και άλλα «επίκαιρα» κείμενα. Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης Παιδεία


Δρ Ευαγγελία Κανταρτζή
Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης http://www.ekedisy.gr/

Το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης σε συνεργασία με το Greek Cultural Institute οργανώνει περιπάτους και ξεναγήσεις και στη γειτονιά των εξοχών!  Δείτε αναλυτικά ΕΔΩ

























Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΥ




Η οικία Παλαμά και το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Μια ευχάριστη είδηση!
Το σπίτι του Κωστή Παλαμά, εκεί που πέθανε ο εθνικός μας ποιητής, εκεί από όπου ξεκίνησε η παλλαϊκή συγκέντρωση ενάντια στους Γερμανούς, το σπίτι της Περιάνδρου 5 , επιτέλους περνά στο Υπουργείο Πολιτισμού για να αναδειχθεί και να αξιοποιηθεί όπως αρμόζει.
Μια είδηση που μας γέμισε χαρά αλλά και ικανοποίηση καθώς ως Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης δεν σταματήσαμε να αγωνιζόμαστε για να αναδείξουμε την ιστορία του και να μπει ένα τέλος στην αξιοθρήνητη εικόνα που παρουσίαζε.

Δείτε εδώ: https://youtu.be/5IIC70QOnvE 

Ένα σπίτι που το εντάξαμε στα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, στους εκπαιδευτικούς λογοτεχνικούς μας περιπάτους, το εντάξαμε σε δράση-περιπατητική παράσταση που υλοποιήθηκε στα πλαίσια της Αθήνας-Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Βιβλίου.

Περιπατητική παράσταση-Της πόλης μου τα παραμύθια. Σπίτι Παλαμά

Δείτε εδώ: https://youtu.be/HJSdw4HK5x8



Μάλιστα ένα από τους τελευταίους μας περιπάτους, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του, 27 Φεβρουαρίου,  τον είχαμε αφιερώσει στον μεγάλο ποιητή




Το σπίτι της Περιάνδρου
Στο σπίτι της Περιάνδρου μετακόμισε ο Παλαμάς μετά το 1930. Σε ένα από τα δύο διαμερίσματα του δευτέρου ορόφου  του νεοκλασικού σπιτιού της Πλάκας, κοντά στις στήλες του Ολυμπίου Διος.
Ένα διώροφο κτίριο κτισμένα ανάμεσα στο 1920-1930, χαρακτηριστικό οίκημα του μεσοπολέμου με ακροκέραμα και μπαλκόνια.


Η ημέρα της κηδείας του Παλαμά
Σε αυτό το σπίτι στο οποίο ο Παλαμάς έγραψε πολλά από ποιήματα και τα κείμενά του., άφησε την τελευταία του πνοή στις 27 Φεβρουαρίου 1943, μέσα στη γερμανική κατοχή.
Τη μέρα της κηδείας του ο  κόσμος γέμισε ασφυκτικά την Περιάνδρου και τους γύρω δρόμους θέλοντας με τον δικό του τρόπο να εκφράσει τιμή στον μεγάλο ποιητή. Η είδηση του θανάτου του είχε κυκλοφορήσει σε όλη την Αθήνα.
«Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.

 Η νεκρώσιμη ακολουθία χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού, τελέστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Όλοι ήταν εκεί: Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ηλίας Βενέζης, Γιώργος Θεοτοκάς,  Ιωάννα Τσάτσου, Μαρίκα Κοτοπούλη, Σπύρος Μελάς, Γιώργος Κατσίμπαλης, Άγγελος Σικελιανός.
Η κατοχική κυβέρνηση έστειλε τον δοτό πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο και εκπροσώπους των γερμανικών και ιταλικών κατοχικών δυνάμεων.
Την ώρα που το φέρετρο κατέβαινε στη γη ο Κατσίμπαλης άρχισε να ψέλνει τον εθνικό ύμνο. Δειλά στην αρχή και αργότερα με δυνατή φωνή άρχισε και ο κόσμος να ψάλλει  τον εθνικό ύμνο μπροστά στους εμβρόντητους Γερμανούς  που δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν.
Ο Σικελιανός μετατρέπει την κηδεία σε πατριωτική εκδήλωση
Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» θα γράψει τα χαράματα της 28ης Φεβρουαρίου στο περίφημο ποίημά  «Ηχήστε οι σάλπιγγες» που με φωνή γεμάτη συγκίνηση απήγγειλε :


Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;


Πολλές μέρες μετά κόσμος ερχόταν στο σπίτι της Περιάνδρου να αφήσει λίγα λουλούδια στη μνήμη του ποιητή της γενιάς του 80, στον ποιητή που έως το τέλος της ζωής του δημιουργούσε εμπνεόμενος από τις μούσες τους, από το φεγγάρι που ξεπρόβαλλε από τον Υμηττό, από την Ακρόπολη που καμάρωνε από την ταράτσα του σπιτιού του, από τα απλά, μα μεγάλα!


Ο περίπατός μας στις 2 Σεπτεμβρίου είναι αφιερωμένος στον Παλαμά.
Με το φως του φεγγαριού θα περπατήσουμε στα στενά της Πλάκας και περνώντας και από το σπίτι της Περιάνδου θα ακούσουμε για τις "μούσες" που έδιναν έμπνευση στον μεγάλο ποιητή!

http://www.ekedisy.gr/romantikos-peripatos-stin-plaka-kato-apo-to-fos-toy-feggarioy/



Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

ΜΝΗΜΕΙΟ ΛΥΣΙΚΡΑΤΗ: ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΩΖΟΜΕΝΟ ΧΟΡΗΓΙΚΟ ΜΝΗΜΕΙΟ





To Μνημείο του Λυσικράτη

Το Μνημείο του Λυσικράτη γνωστό και ως φανάρι του Διογένη είναι το καλύτερα σωζόμενο χορηγικό μνημείο στην Αθήνα.
Βρίσκεται στην Πλάκα, στην ομώνυμη πλατεία Λυσικράτους και στην ιστορική οδό Τριπόδων.
Η οδός Τριπόδων, άλλωστε πήρε το όνομά της από τους  χορηγικούς τρίποδες που τη στόλιζαν και ήταν τοποθετημένοι εκατέρωθεν του δρόμου.
Πρόκειται για χορηγικό μνημείο, δηλαδή μνημείο πάνω στο οποίο τοποθετούσαν τον τρίποδα, που δινόταν ως τιμητικό έπαθλο στον χορηγό, που αναλάμβανε τη συγκρότηση του χορού αλλά και τα έξοδα διεξαγωγής χορευτικών αγώνων κατά τις επίσημες τελετές. Το προσφερόμενο στον χορηγό έπαθλο το κατέθεταν είτε στο ιερό του Διονύσου είτε στη γειτονική με το ιερό, οδό των Τριπόδων.
Για να φαίνεται μάλιστα ακόμα πιο μεγαλοπρεπές το έπαθλο το τοποθετούσαν σε ψηλή βάση, που είχε τη μορφή κίονα, είτε σε σχήμα ναΐσκου.


Η χορηγία στην αρχαία Αθήνα
Η αθηναϊκή-σοφή-πολιτεία αντί φορολογία πλούσιων Αθηναίων ή και μετοίκων, είχε βρει άλλο τρόπο φορολογίας. Τους ανέθετε την ανάληψη των εξόδων τους ανεβάσματος των παραστάσεων. Όταν το έργο, για το οποίο είχαν αναλάβει τα έξοδα, κέρδιζε βραβείο, ο χορηγός ανταμειβόταν από την πόλη με ένα τρίποδα χάλκινο ή επίχρυσο. Τον τρίποδα αυτό τοποθετούσε επάνω σε χορηγικό μνημείο, αφιερωμένο στον Διόνυσο. Η οδός Τριπόδων πήρε το όνομά της από την τοποθέτηση αυτών των τριπόδων δεξιά και αριστερά του δρόμου. Οι Αθηναίοι έκαναν τη βόλτα τους στην Τριπόδων για να θαυμάσουν τα μνημεία αυτά και να διαβάσουν ταυτόχρονα τα ονόματα των χορηγών. Κάτι σαν το σημερινό Hollywood αλά ελληνικά ή μάλλον αθηναϊκά!


Περιγραφή του μνημείου
Το μνημείο κτίστηκε το 333-334 π.χ όταν την Αθήνα διοικούσε ο Ευαίνετος, όπως φαίνεται και στη γραφή του αφιερώματος. Το κέρδισε ως χορηγός σε αγώνα χορού παιδιών της Ακαμάντιδας φυλής κατά την 111η Ολυμπιάδα.
Στο μνημείο αναφέρονται τα βασικά στοιχεία που έπρεπε ως λογικό να υπάρχουν. Το όνομα του χορηγού, η καταγωγή των ηθοποιών, το όνομα του συγγραφέα και τελευταία του άρχοντα της πόλης.
 «Λυσικράτης Λυσιθέου Κικυνεύς εχορήγει Ακαμαντίς παίδων ενίκα, θεών ηύλει, Λυσιάδης Αθηναίος εδίδασκε Ευαίνεταο ήρχε».
Το μνημείο αποτελείται από ένα ψηλό ορθογώνιο βάθρο από πωρόλιθο (πλευρές 2.93) πάνω στο οποίο υψώνεται το κυρίως μνημείο, κτίσμα κυκλικό με έξι κορινθιακούς κίονες από πεντελικό μάρμαρο. Το ύψος του έφθανε  τα 10.30 μέτρα και στολιζόταν με έλικες και φυτικά κοσμήματα.


Τα θέματα της ζωοφόρου
Στη ζωοφόρο υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις με θέμα την περιπέτεια του Θεού Διονύσου με τους Τυρρηνούς πειρατές. Οι πειρατές είχαν αιχμαλωτίσει τον Θεό χωρίς όμως να γνωρίζουν ποιος είναι και είχαν σκοπό να τον πουλήσουν ως δούλο. Ο Διόνυσος, αφού ελευθερώθηκε, τους τιμώρησε με τη βοήθεια των σατύρων μεταμορφώνοντάς τους σε δελφίνια. Ο Διόνυσος στη ζωφόρου του μνημείου εμφανίζεται να κάθεται ήσυχος πάνω σε βράχο και νικητής πλέον να παρακολουθεί την καταδίωξη των πειρατών από τους Σατύρους, εκ των οποίων άλλοι κόβουν κλαδιά από δέντρα, άλλοι χτυπούν τους πειρατές, άλλοι τους καταδιώκουν μέχρι τη θάλασσα όπου μεταμορφώνονται σε δελφίνια, και άλλοι ξεφαντώνουν πίνοντας από τον κρατήρα. Η επιλογή του θέματος δεν ήταν βέβαια τυχαία αφού είχε σκοπό όχι μόνο  να διακοσμήσει τ μνημείο αλλά να τιμήσει και τον Θεό, προς τιμήν του οποίου γινόταν οι  αγώνες.


Γνωστό και ως φανάρι του Διογένη
Στα μεσαιωνικά χρόνια θεωρούσαν ότι η άκανθος ήταν η βάση κάποιου φαναριού και εξαιτίας αυτού πήρε την ονομασία «λύχονος», φανάρι ή κάνδυλος του Διογένους, υπενθυμίζοντας στον κόσμο του Φανάρι του Διογένη, τον οποίο η παράδοση παρουσίαζε να περπατά κρατώντας φανάρι ψάχνοντας απεγνωσμένα στην αρχαία αγορά για «ανθρώπους». Κατά μία μάλιστα παράδοση θεωρείται ότι ο κυνικός φιλόσοφος έμεινε για ένα διάστημα εκεί.


Υπάρχουν άλλα χορηγικά μνημεία;
Στον αρχαιολογικό χώρο της Πλάκας, στην πλατεία Λυσικράτους, έχουν εντοπιστεί τα θεμέλια 4 χορηγικών μνημείων. Εκτός αρχαιολογικού χώρου, οι ανασκαφές των τελευταίων 30 ετών έχουν φέρει στο φως θεμέλια από δέκα περίπου χορηγικά μνημεία στις οδούς Βάκχου, Βύρωνος, Σέλλεϊ και Τριπόδων. Τα ευρήματα αυτά εντοπίστηκαν σε κατοικίες ή αυλές κατοικιών.
Είναι γνωστό βέβαια και το χορηγικό μνημείο του Θρασύλλου πάνω από το θέατρο του Διονύσου, σε ένα φυσικό σπήλαιο που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως ο ναός της Παναγίας της Σπηλιώτισσας.
Η μονή Καπουτσίνων
Οι Καπουτσίνοι μοναχοί, αγόρασαν από τους Τούρκους το μνημείο και ίδρυσαν μοναστήρι. Στον ξενώνα του μοναστηριού φιλοξενήθηκε μάλιστα και ο Λόρδος Βύρων. Το μνημείο ενσωματώθηκε στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού.
Το μοναστήρι φαίνεται ότι καταστράφηκε, κάηκε, στον αγώνα της απελευθέρωσης.



Το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης έχει αναδείξει το μνημείο, το εντάσσει στους εκπαιδευτικούς περιπάτους που διοργανώνει για σχολεία και ενήλικες και έχει εκδώσει σχετικό βιβλίο που χρησιμοποιείται και στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που διεξάγει για σχολικές ή άλλες ομάδες με τίτλο 
 «Ο Θεός Διόνυσος και οι Πειρατές: Ένα πειρατικό κυνήγι θησαυρού… στην Πλάκα»






Δείτε το ενημερωτικό φυλλάδιο εδώ

Στοφόρος Κ. (2016) Ο Θεός Διόνυσος και οι πειρατές. Ένα ταξίδι στον μύθο και στην ιστορία μέσα από το παραμύθι. Αθήνα: Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Φωτογραφίες Ευαγγελία Κανταρτζή
Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Τριπόδων 23 Πλάκα Αθήνα
http://www.ekedisy.gr/


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ-ΠΕΙΝΑ





ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Ανδρέας Φραγκιάς, «Λοιμός» (απόσπασμα)

Κώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι, Ερμής, Αθήνα 1980
««[…] τρία περσικά χαλιά […] πούλησα στις μαύρες μέρες της Κατοχής για μερικούς τενεκέδες λάδι […]»Ο ύπνος την εποχή εκείνη ήταν το αβλαβέστερο ναρκωτικό που μπορούσες να πάρεις για ν’ αποφύγεις το θέαμα μιας τραγωδίας που, ό,τι κι αν έκανες, ήταν αδύνατον ν’ αποτρέψεις. Ήξερα πως ακόμα κι αν άνοιγα το ντουλάπι μου και μοίραζα όλα μας τα τρόφιμα στους πεινασμένους, όχι μόνο δε θάσωζα κανέναν, αλλά θα ψοφούσαμε και μεις της πείνας. Όταν άκουγα εκείνη την επωδό «πεινάω, καλή μου κυρία, τ’ αντεράκια μου θα πέσουν απ’ την πείνα…» αρρώσταινα.
«Ο κόσμος δεν πέθαινε πια στους δρόμους απ’ την πείνα όπως το ’41, αλλά τα τρόφιμα εξακολουθούσαν να ‘ναι δυσεύρετα και πανάκριβα. Η μαύρη αγορά οργίαζε, οι τιμές ανέβαιναν απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Δεν τολμούσα πια να χαλάσω παραπάνω από μια χρυσή τη φορά. Ώσπου να την ξοδέψεις, τα εκατομμύρια γινόντουσαν δισεκατομμύρια, ή μάλλον τα δισεκατομμύρια, εκατομμύρια» […] Συλλογιζόμουνα τις αμέτρητες χιλιάδες των Ελλήνων που πέθαιναν από ασιτία κι έκλαιγε η καρδιά μου, όχι επειδή πέθαιναν, αργά ή γρήγορα όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν, αλλ’ επειδή πέθαιναν σαν τα ζώα, αφού η πείνα τους απογύμνωνε πρώτα από κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Το χειρότερο είναι ότι κοντά σ’ αυτούς χάναμε την ανθρωπιά μας και μεις που, λίγο-πολύ, είχαμε και τρώγαμε. Κάθε φορά πουβλεπα έναν ετοιμοθάνατο από κείνους που πέφτανε κάθε μέρα στα πεζοδρόμια και τον προσπερνούσα κι εγώ αναγκαστικά, όπως όλος ο κόσμος, αηδίαζα με τον εαυτό μου».


Άλκη Ζέη, Με μολύβι φαμπέρ νούμερο δύο, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013,
σ. 197.

«Σιγά… αποδώ… πρόσεχε τη γωνία». […] Δυο άντρες άγνωστοι, όχι, ο ένας ήτανε ο
φούρναρης, η εξώπορτα διάπλατα ανοιχτή, κι αυτοί σπρώχνανε το πιάνο! […] Το πιάνο τραμπαλιζότανε, μου φάνηκε σα να βγήκε μόνο του από την πόρτα. […]
- Μαμά, τι έχεις; Ρωτάω. Μήπως θα πεθάνω;
- Τώρα να πεθάνεις, τώρα πουλήσαμε το πιάνο και θα φας.



Λιλίκα Νάκου, Η κόλαση των παιδιών, Εστία, Αθήνα 1999

«Κοίταξα τα παιδιά… Πώς να τους χαλάσει κανένας το χατίρι; Μοιάζανε ολόιδια με μικρούς ζωντανούς σκελετούς: το πετσί στο κορμάκι τους ήταν τόσο τραβηγμένο, που έλεγες πως θα σκιστεί μόλις κουνηθούνε. Έλεγες πως τα κόκαλα θα βγούνε μέσα
από το ξεραμένο δέρμα τους! Τους μετρούσες τα πλευρά. Και, άμα, γελούσανε, τότε ήταν που σου ερχόνταν να κλαις, σαν τα κοίταζες. Τραβιόντανε το πετσί τους εδώ στα μάγουλα, έτσι που σκεφτόσουνα πως θα πονούσανε δίχως άλλο, καθώς γελούσανε.
Αδύνατο να μην πονάνε. Και τα μάτια τους, φλογισμένα από την πείνα, ήταν καρφιά –σαν σε κοιτάζανε– που μπαίνανε στην καρδιά. […] Μα ήταν και πολλά, που, ακίνητα, ωχρά, με μάτια κλειστά, μένανε ώρες έτσι, σαν πεθαμένα. Γι’ αυτό και κανένας δεν καταλάβαινε πότε πεθαίνανε.»
Λιλίκα Νάκου, Η κόλαση των παιδιών, Εστία, Αθήνα 1999

«Να! Από τότες που πουλήσαμε τον γάιδαρό μας, τον Ψαρή, σ’ ένα χασάπη, ο Μηνάς μου έχασε το κέφι του και το χρώμα του. […] Μα η ανάγκη είναι που μας έσπρωξε να τον πουλήσουμε. Τι να κάναμε; Πού να βρίσκαμε λεφτά ν’ αγοράσουμε στη μαύρη αγορά λίγο ψωμί; Τα παιδιά και όλοι μας πεινούσαμε! Τη νύχτα βογγούσαν τα παιδιά από την πείνα και δεν μπορούσαν να ησυχάσουν! Πουλήσαμε ό,τι είχαμε μέσα στο σπίτι. Ακόμα και τα ξύλινα παραθυρόφυλλα του σπιτιού μας, που χτίσαμε με τόσο κόπο! Ύστερα ο χασάπης του συνοικισμού κάθε μέρα έστελνε τον άνθρωπό του κ’
έλεγε στον άντρα μου να του πουλήσει τον Ψαρή. Του έταξε χρυσάφι! Γιατί, όπως και του λόγου ξέρεις, οι χασάπηδες τώρα θησαυρίζουν. Πουλάνε τους σκύλους που σφάζουν για αρνάκι γάλακτος και τους γαϊδάρους για κρέας βοδινό!»
Λιλίκα Νάκου, Η κόλαση των παιδιών, Εστία, Αθήνα 1999

«Α, αυτή η Ομόνοια… Είναι η πλατεία που ο Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος ξέβραζε κείνον τον χειμώνα, από τον Πειραιά και τους συνοικισμούς του, έναν κόσμο κολάσεως. Έναν κόσμο ανθρώπων πειναλέων, σκελετωμένων, με μάτια έξαλλα, που, μόλις φτάνανε στην Αθήνα, τρέχανε αμέσως στους ντενεκέδες των σκουπιδιών για να φάνε. Σα να μην είχε σκουπίδια ο Πειραιάς για να ψάξουν εκεί να φάνε. Κι αλήθεια, διηγόταν οι ίδιοι πως στον Πειραιά, γύρω από ένα ντενεκέ σκουπίδια, γίνονταν αληθινές μάχες, ανάμεσα σε σκύλους, ανθρώπους και παιδιά.»
Λιλίκα Νάκου, Η κόλαση των παιδιών, Εστία, Αθήνα 1999, σ. 26.


ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Προς κ. Λεωνίδα Παρασκευόπουλο
25/5/42
Σας ευχαριστώ πολύ που αγωνίζεσθε τόσο πολύ για μένα και για όλα τα παιδιά της
πόλεώς μας.
Και τώρα πρέπει να σας γράψω το γιατί το οποίον με έκαμε να σας στείλω επιστολήν.
Ξέρετε ότι του φούρνου το ψωμί είναι μια φετίτσα. Παίρνουμε 150 δράμια. Τα 50 δρ.
παίρνει ο μπαμπάς μου, τα άλλα 50 δρ. είναι δικά μου και το τρώγω το βράδυ. Μένει το τελευταίο κομμάτι της μαμάς μου. Τρώγει λίγο ψωμί το μεσημέρι και αφήνει και λίγο ψωμί για μένα. Από την αγάπη της προς εμέ, κατήντησε να μην μπορεί να μιλήσει. Τις πιο πολλές φορές μένει και νηστική. Έχει εξαντληθεί πια. Δεν μπορεί να περπατήσει, ούτε και να μιλήσει δυνατά. Οι φλέβες του αίματός της φαίνονται καθαρές. Όταν πιάνω το χέρι της τρομάζω. Την πέτσα της μπορεί να την πιάσει κανείς εύκολα και μπορεί να καταλάβει κανείς ότι κρέας δεν έχει καθόλου.
Γι’ αυτό θα σας παρακαλέσω, αν θέλετε να με κάνετε να χαρώ πολύ, βάλτε και τη
μαμά μου στο χριστιανικό τραπέζι μας.
Δεν έχω τίποτ’ άλλο να σας πω.
Θα σας παρακαλέσω ακόμα κάτι. Πρώτον: Μην κάνετε γνωστό το γράμμα μου στους
ανώτερους κυρίους. Δεύτερον: Ειδοποιήστε με διά μέσου του κ. Νικήτα.
Σας χαιρετώ με σεβασμό,
ο Δημητρίου Κωνσταντίνος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκην, ου μ’ εθέσπισεν, Ιανός, Θεσσαλονίκη
1999

«Το 1943 ήμουν δώδεκα χρονώ. Είχα ήδη κινδυνεύσει να πεθάνω δύο φορές από πείνα, κι αν τελικά σώθηκα, αυτό το χρωστώ κυρίως στα συσσίτια των κατηχητικών. Εκεί γνωρίστηκα με ένα παιδί από το τρίτο γυμνάσιο, που το έλεγαν Σταύρο, και γίναμε φίλοι. Στο ίδιο συσσίτιο έτρωγε κι ο λίγο μεγαλύτερος φίλος μας Μίμης Μαρωνίτης (πρόκειται για τον γνωστό καθηγητή του Α.Π.Θ. Δημήτρη Μαρωνίτη), αρρώστησε όμως βαριά και δεν μπορούσε να έρχεται και να τρώει. Τότε εγώ με τον Σταύρο αποφασίσαμε να πηγαίνουμε το φαί του Μίμη κάθε μέρα στο σπίτι του. Αυτό βάσταξε πάνω από χρόνο. Ξεκινούσαμε από την πλατεία Αγίας Σοφίας και μετά την Ηροδότου, περνούσαμε τον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό και την πλατεία Καλλιθέας και βγαίναμε στην οδό Ιφικράτους 7, που ήταν το σπίτι του Μίμη, ένα φτωχικό τουρκόσπιτο με καφάσια»

«Το χειμώνα του 1942 η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο για όλους. Μ’ αυτές τις συνθήκες, τον Φλεβάρη του 42, και σε πλήρη εξαθλίωση, μάνα και γιος, αποφασίζουμε και μεις να πέσουμε κάτω και να πεθάνουμε. Σας φαίνεται παράξενο, αλλά δεν είναι υπερβολή. Αν το παίρναμε απόφαση να πλαγιάσουμε ένα βράδυ στο παχύ χιόνι των τριάντα πόντων στο χωματένιο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Αθηνών (έτσι λεγόταν τότε η σημερινή οδός Παπαναστασίου), το πρωί θα μας έβρισκαν σίγουρα κοκαλωμένους. Άλλωστε αυτή ήταν και η τακτική που ακολουθούσαν εκατοντάδες άνθρωποι κάθε μέρα, οι οποίοι αποφάσιζαν να πεθάνουν: έπεφταν σε μια γωνιά ή σε ένα πεζοδρόμιο, και το πρωί περνούσε το κάρο της δημαρχίας και τους μάζευε ξυλιασμένους. Ένα απόγευμα, λοιπόν, καθώς επιστρέφαμε από τον γνωστό εβραϊκό συνοικισμό 151, όπου σήμερα είναι η πλατεία Εβραίων Μαρτύρων, λέει η μάνα μου: «Ως εδώ ήταν οι μέρες μας». Πέφτουμε λοιπόν στα χιόνια και περιμένουμε να πεθάνουμε. (…) Εκεί λοιπόν που πέσαμε εξαντλημένοι στο πεζοδρόμιο με τα χιόνια, ξαφνικά εμφανίζεται η Καλλιοπίτσα(…) «Καλέ, Κυρα-Φανή, καλέ, τι κάνετε εδώ, είστε με τα καλά σας;». (...) Η μητέρα μου αντιδρούσε και δεν ήθελε να σηκωθούμε. Οπότε αυτές οι δύο μας σηκώνουν στο πι και φι και μας βάζουν να καθίσουμε επάνω στο χιόνι. Τότε οι Γερμανοί δεν είχαν πάρει ακόμη τους Εβραίους. Οι δε Εβραίοι συνήθως πουλούσαν διάφορα πράγματα στο δρόμο, μεταξύ των οποίων και κανναβούρι ψημένο. Με ένα μικρό φλιτζανάκι του καφέ, σου έδιναν σ’ ένα χαρτί κανναβούρι ψημένο, που, όπως ξέρετε έχει λάδι μέσα, είναι και νόστιμο και δυναμωτικό. Περνάει λοιπόν ένα φουκαράδικο Εβραιάκι έχοντας λίγο κανναβούρι για πούλημα, του δίνουν λίγα λεφτά η Καλλιοπίτσα και η  άλλη, παίρνουν ένα φλιτζανάκι κανναβούρι κι αρχίζουν να μας ταΐζουν. Όμως πώς θα πηγαίναμε μέχρι τον Αη-Θανάση; Δεν υπήρχε συγκοινωνία, και τα λίγα γκαζοζέν που υπήρχαν δεν έκαναν αυτό το δρομολόγιο. Τα γκαζοζέν ήταν κυρίως στην Εγνατία. Ξαφνικά, για καλή μας τύχη, εμφανίζεται ένα κάρο με άλογο. Το είχε ένας χωριάτης από την Καμπτσίδα. Τον σταματάει λοιπόν η Καλλιοπίτσα και του λέει: «Καλέ, μπάρμπα, πόσα θέλεις να πάρουμε αυτούς τους ανθρώπους και να τους πάμε μέχρι τον Αη-Θανάση;» Αυτός μας είδε λίγο ψυχρά και ζήτησε ένα ποσό που η Καλλιοπίτσα το βρήκε λογικό. Μας αρπάζουν λοιπόν και μας ξαπλώνουν πάνω στο κάρο, ανεβαίνουν κι αυτές, κάθονται δίπλα μας και μπροστά ο αμαξάς με το καμτσίκι, πίσω εμείς οι τέσσερις, και ξεκινάμε. (…) Εκεί που πηγαίναμε, γυρίζει ξαφνικά ο αμαξάς και λέει στην Καλλιοπίτσα: «Μετάνιωσα». Η Καλλιοπίτσα τρόμαξε. «Έχει γούστο να μας κατεβάσει τώρα, κι άντε να βρεις άλλο κάρο», σκέφτηκε. «Μετάνιωσα», λέει ο αμαξάς, «που σας ζήτησα λεφτά, δε θέλω τίποτα. Θα σας πάω τζάμπα». Πρωτοφανές, είχε συγκινηθεί και είχε έρθει στο φιλότιμο. Και πράγματι, μας πήγε όχι μόνο μέχρι τον Αη-Θανάση, αλλά μέχρι και το σπίτι μας που ήταν αρκετά αψηλά, κοντά στην οδό Αγίου Δημητρίου»

Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των Προσφύγων, Κατοχικό Ημερολόγιο


«Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 1943, εις το συσσίτιο έφαγα φακή νερόβραστη!… Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 1943, έφαγα μπιζέλια νερόβραστα… Σάββατο 27 Νοεμβρίου 1943, στο συσσίτιο έφαγα μακαρόνια αρκετά καλά μετά ελαίου και αναδίδοντα δυσοσμία πετρελαίου, οπωσδήποτε τα έφαγα πάντως... Κυριακή 28 Νοεμβρίου 1943, έφαγα πατάτες (γεώμηλα) μετά ελαίου και πετρελαίου... Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου, έφαγα στο συσσίτιο φακές με λάδι!.. Σάββατον, 4 Δεκεμβρίου, έφαγα φακή, σκαστή άνευ ελαίου μετά ύδατος αγνού…
Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Ξυπόλητοι Ήρωες, Πατάκης, Αθήνα
«Προχωρούσανε κατά μήκος της γραμμής του τραμ έχοντας δεξιά του τη θάλασσα με τα βαμβάκια και τα’ άρμενα με τα πανιά τους κατεβασμένα κι αριστερά του το εστιατόριο Όλυμπος -Νάουσα. Από συνήθειο, όταν βολτάριζε στην παραλία χωρίς σκοπό, πλησίαζε στη βιτρίνα του εστιατορίου, κολλούσε το μούτρο του στο τζάμι και μετρούσε τις μπουκιές των χορτασμένων ζουλώντας τη μύτη και το στόμα του στο γυαλί. «Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιές περίδρομο!» του φώναξε ο Θανάσης που ποτέ δεν κόλλαγε το μούτρο του πουθενά, δεν έβγαζε τη γλώσσα του και δεν κορόιδευε κανέναν. Τώρα, όμως προσπέρασε το Όλυμπος-Νάουσα, γιατί βιαζότανε και τάχυνε το βήμα. Μπροστά του έβλεπε τον Λευκό Πύργο ζωγραφισμένο μέχρι επάνω με πράσινα δέντρα και σπίτια για καμουφλάζ. Έτσι μασκαρεμένος είχε γλιτώσει από τις βόμβες των εχθρών και συμμάχων.  Περνώντας από τους κήπους του άκουσε την μπάντα να παίζει έναν χαρούμενο σκοπό και φαντάστηκε τους Γερμανούς αξιωματικούς και τις καλοντυμένες κυράδες τους να κάθονται στην αίθουσα και να διασκεδάζουν. «Για δες που αυτοί καλοπερνάνε κι εμείς πεθαίνουμε, καρντάση μου» είπε σιωπηλά στον εαυτό του και συνέχισε»

«Είχε πέσει μεγάλη πείνα. Η τσακαλοπαρέα είχε τρεις ολόκληρες μέρες να βάλει μπουκιά στο στόμα της, εξόν από κάτι ξεροκόμματα, που ο Τάκης, ο μεγαλύτερος, τα μούσκευε πρώτα στο νερό της βροχής που μάζευε από το λούκι τη σκεπής σ’ ένα κατσαρολάκι, και μετά τα μοίραζε δίκαια: ένα ξεροκόμματο αυτός, ένα ο Θανάσης και δύο ο Ντίνος, που πολύ μικρότερος τα χρειαζότανε περισσότερο.
Ήτανε Φλεβάρης του 1942 και δεν υπήρχε φαϊ στη γύρα ούτε για δείγμα. Ο Τάκης έβλεπε στον ύπνο τον χυλό που τρώγανε στο ορφανοτροφείο, πριν το επιτάξουνε οι Γερμανοί καταχτητές και τους πετάξουνε στον δρόμο για να το κάνουνε νοσοκομείο, και του τρέχανε τα σάλια πάνω στα παλιόπανα που’ βαζε για μαξιλάρι

(Παύλος. Μάτεσις, Η μητέρα του σκύλου, Καστανιώτης, Αθήνα 1990

Και την εικοστή έβδομη μέρα δίχως ψωμί […], η μητέρα μου είχε βγει από το πρωί. Εμείς τα παιδιά καθόμαστε και τα τρία στο κρεβάτι και ζεσταινόμαστε, έλεγα μακάρι να είχαμε τώρα την πουλακίδα στα πόδια μας να μας ζεσταίνει. Τα πουλερικά έχουν θερμοκρασία ανώτερη απ’ του ανθρώπου. Την πουλακίδα μας μάς την είχε χαρίσει η δεσποινίς Σαλώμη, καλή της ώρα εκεί που ζει τώρα, αν και όχι εις τας Αθήνας. Αυτή κάπου είχε ρημάξει ένα κοτέτσι. Την έδωσε της μητέρας μου, να τη βράσεις να πιούνε τα παιδιά το ζουμί, της λέει, γιατί τα βλέπω αδενοπαθή σε λίγο. Η πουλακίδα είχε ωραία χρώματα, ψηλό λαιμό, ούτε ήξερε αυτή ότι είχαμε Κατοχή. Λέμε εμείς, μαμά μην τη σφάξουμε. Καλά, λέει, άσ’ τη να μεγαλώσει λιγουλάκι, να μας βγει και μια μερίδα παραπάνω, μπορεί να γεννήσει και κάνα αυγό. Αυγό όμως φάγαμε μόλις μπήκαν οι Εγγλέζοι ως ελευθερωτές. Κι έτσι την κρατήσαμε κάπου έξι μήνες, την ψευτοταϊζαμε, της έβρισκα και κανένα σκουλήκι εγώ. Τη βγάζαμε για βοσκή, να τσιμπήσει χορταράκι και κανένα ζουζούνι, σε μια παραπλεύρως αλάνα. Την πηγαίναμε και τα τρία αδέλφια μαζί, μη μας ριχτούν και μας την κλέψουν, κουκουλωμένη μάλιστα κάτω από το πανωφόρι του αδελφού μου. Την κουβαλούσαμε στα χέρια σηκωτή, διότι είχε εξαντληθεί και περπατούσε πολύ σπάνια. Μόλις φτάσαμε εκείνη την ημέρα στην αλάνα, την απιθώνω κάτω για να βρει κανένα σκουλήκι, αυτή έγειρε στο πλευρό και με κοίταζε. Δεν είχε δυνάμεις να σκαλίσει. Της δίνω νερό, το ήπιε με το ζόρι. Λέω, παιδιά το ζωντανό δεν είναι καλά, πάμε σπίτι να προλάβουμε να το σφάξουμε προτού ψοφήσει. Όχι, είπε η μάνα μας, δεν τη σφάζω. Κι έτσι, τ’ απογευματάκι πια, η κότα με ξανακοίταξε και πέθανε. Από την πείνα. Τη σηκώνω, πεθαμένη ήτανε βαρύτερη. Μουρλάθηκες που θα τη θάψεις μου βάζει τη φωνή η δεσποινίς Σαλώμη […]. Ζεστή είναι ακόμη, άντε μάδα την να τη βράσετε!

«Εκείνη τη στιγμή ένας πολύ γνωστός και σεβαστός σε όλους μας κύριος, πρώην βουλευτής του Βενιζέλου, του πατέρα βέβαια, με μούσι, μπαστούνι, ρεπούμπλικα και μονόκλ, παραμέρισε με σιχασιά το πλήθος και προχώρησε αγέρωχος. Θαρρείς αυτό περίμεναν και οι γερμανοί. Τον άφησαν να προχωρήσει λίγο και μετά όλοι μαζί ουρλιάζοντας άρχισαν να του ρίχνουνε λεμόνια. Κυρίως τον σημαδεύαν στο κεφάλι. Έπεσε η ρεπούμπιλκα και το μπαστούνι, έφυγε το μονόκλ. Οι γερμανοί αλάλαζαν. Έκανε να τα πάρει, μα του ρίξανε ακόμα πιο πολλά. Τότε αυτός ακούμπησε το πρόσωπό του στον απέναντι τοίχο, όπου παλιά κρεμούσαν τις εφημερίδες, και σκεπάζοντάς το με τα χέρια, έμεινε εκεί ακίνητος. Τα λεμόνια τώρα τον χτυπούσανε καλύτερα. Άκουγες έναν γδούπο. Δεκάδες λεμόνια κύλαγαν απ’ το πεζοδρόμιο στο ρείθρο. Ξαφνικά σταμάτησαν, δεν τους άρεζε ο ακίνητος στόχος, ήθελαν να τον κάνουν να ξεκινήσει. Οπότε το πλήθος πια δεν βάσταξε, όρμηξε στα λεμόνια. Οι γερμανοί από πάνω οργίαζαν. Ό,τι είχαν και δεν είχαν το πέταξαν πάνω στον μπερδεμένο ανθρωποσωρό. Στο τέλος έριξαν και τα κασόνια. Και τι φωνές ήταν εκείνες, τι αλαλαγμοί, τι χειροκροτήματα! Εκείνο που τους τρέλαινε ήταν, φαντάζομαι, πως μας έκαμναν να κυλιόμαστε και ν’ αλληλοδερνόμαστε για τα δικά μας είδη, αυτά που τους τα πουλούσαμε ακριβά πριν λίγα χρόνια.»
Γιώργος Ιωάννου, «Τα λεμόνια ήταν ακριβά», Η μόνη κληρονομιά,
Κέδρος, Αθήνα 1990, σσ. 107-110.

Μα για σκέψου… μια ζωή με τον ιδρώτα, με την τιμή του, ό,τι μάζεψε ο άνθρωπος –και σε μια στιγμή, όλα καπνός. […] Δεν τα λυπάμαι καθόλου. Ένα μονάχα. Την προίκα του κοριτσιού. - Κ’ είναι φόβος και για την προίκα; […] Μ’ εμπιστεύεσαι εμένα; […] Φέρ’ τα σε μένα, να τα βάλω στο κελάρι. […] Να σου δώσω και το κλειδί. […] - Πέτρο, τι ’ταν ο λόγος σου που μου ’πες; […] - Το κελάρι, κυρ’ Αγγελική, το κελάρι, ποιος τους το ’δωσε των φονιάδων – εγώ τους το ’δωσα; […] Όταν σε λίγο ανέβηκε απ’ το κελάρι, το μεγάλο κορμί της είταν σα να γκρεμίστηκε μονομιάς. Εκατό γκαζοτενεκέδες με λάδι μέσα στα κασόνια τους – η προίκα του κοριτσιού! Έπιανε και ξανάπιανε τα μάγουλά της που καίγανε, έπιανε το στόμα της να μην ξεφωνίσει τα ονόματά τους –τις γυναίκες του μαχαλά της, τους άντρες, Πέτρο μου εσύ, Γιούσια μου, τους νεκρούς, Αλέξη – εγώ…
Δημήτρης Χατζής, «Η θεια μας η Αγγελική», στο Το τέλος της
μικρής μας πόλης, Το ροδακιό, Αθήνα 1999, σσ. 87-90.



Ανδρέας Φραγκιάς, «Λοιμός» (απόσπασμα)